Αλβανία, Μαυροβούνιο, Βοσνία: Ένα οδοιπορικό στα Βαλκάνια που αλλάζουν
Ο Κωνσταντίνος Τζούμας ταξίδεψε για σχεδόν έναν μήνα στην Αλβανία, το Μαυροβούνιο και τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, διασχίζοντας τα Βαλκάνια με αυτοκίνητο και μηχανή και γνωρίζοντας από κοντά τρεις χώρες που βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια αλλαγής.
Αλβανία: Ένα ταξίδι έξω από την τροχιά της ταχείας ανάπτυξης
Υπάρχουν ακόμη χώρες που βρίσκονται έξω από την τροχιά της παγκόσμιας ταχείας ανάπτυξης; Το Μαυροβούνιο, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη και η Αλβανία ήρθαν να μας δώσουν τη δική τους απάντηση. Ένα οδοιπορικό σχεδόν ενός μήνα που μας ξάφνιασε ευχάριστα. Ξεκινώντας από την πολύ ζεστή αυγουστιάτικη Ελλάδα και παρεκκλίνοντας για λίγο από το όνειρο του ελληνικού καλοκαιριού, ξεκινήσαμε για την Αλβανία, με τελικό προορισμό τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και ενδιάμεσο σταθμό το Μαυροβούνιο. Χωρίς ιδιαίτερες προσδοκίες, χωρίς να ξέρουμε ακριβώς τι να περιμένουμε, έχοντας μόνο στο μυαλό μας τα πολλά χιλιόμετρα που θα διανύαμε μέχρι την επιστροφή μας στην Ελλάδα.

Η πρώτη εικόνα της Αλβανίας έμοιαζε με μια Ελλάδα από το παρελθόν. Καμία οργανωμένη τουριστική ανάπτυξη στην ενδοχώρα, σε πλήρη αντίθεση με την ιδιαίτερα τουριστικά ανεπτυγμένη και πλέον βιομηχανοποιημένη ακτογραμμή της. Χωριά και πόλεις έμοιαζαν σαν να έχουν κολλήσει στις δεκαετίες του ’70 και του ’80, με έντονο το σοβιετικό αποτύπωμα τόσο στην αρχιτεκτονική όσο και στον τρόπο ζωής. Κι όμως, μέσα σε αυτή την εικόνα υπήρχε ένας απεριόριστος φυσικός πλούτος. Ποτάμια με κρυστάλλινα νερά, στα οποία μπορούσες να κολυμπήσεις απλώς κάνοντας τη μηχανή σου στην άκρη του δρόμου, χωρίς οργανωμένες παραλίες, χωρίς υποδομές, χωρίς τίποτα περισσότερο από αυτό που είχε να σου προσφέρει η ίδια η φύση.

Το σκηνικό φαίνεται πως αλλάζει όταν φτάσεις στην πρωτεύουσα, τα Τίρανα. Εκεί διαπιστώνεις μια έντονη ανάπτυξη τόσο σε κατασκευαστικό όσο και σε πολιτιστικό επίπεδο. Παράλληλα, ιδιαίτερη εντύπωση μας έκανε η προσπάθεια δημιουργίας και διατήρησης χώρων πρασίνου. Ένα στοιχείο που αντιληφθήκαμε στην πράξη, ειδικά μέσα στην καλοκαιρινή ζέστη, είναι το πόσο σημαντικό είναι το πράσινο για μια πόλη και πόσο μπορεί να αλλάξει την καθημερινότητα των κατοίκων της.
Συνεχίζοντας προς τα βόρεια και προς τα σύνορα με το Μαυροβούνιο, το σκηνικό παραμένει σε μεγάλο βαθμό ίδιο. Παρατηρείς, ωστόσο, περισσότερη ανάπτυξη σε σχέση με το νότιο τμήμα της χώρας, καλύτερες υποδομές και —όπως περιμέναμε— πολλές γέφυρες, σε σημεία που ίσως δεν θα μπορούσες καν να φανταστείς. Αποτελούν ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της αλβανικής επικράτειας. Σε αρκετά σημεία συναντήσαμε ολόκληρα χωριά γεμάτα με πλέον ανενεργές πετρελαιοπηγές, να θυμίζουν τα περασμένα μεγαλεία μιας εποχής συνεχών εξορύξεων και φθηνών καυσίμων. Μια εικόνα που σήμερα μοιάζει περισσότερο με απομεινάρι μιας άλλης εποχής παρά με κομμάτι μιας χώρας που φιλοδοξεί να πρωταγωνιστήσει στην ανάπτυξη της περιοχής.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως πολλές, αν όχι όλες, από τις πόλεις που επισκεφτήκαμε έδιναν την αίσθηση πόλης-φαντάσματος. Ένιωθες την παρουσία των κατοίκων, αλλά την ίδια στιγμή οι άδειοι δρόμοι και η ησυχία δημιουργούσαν ένα σκηνικό που θύμιζε περισσότερο ταινία παρά μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πόλη.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και το κόστος ζωής. Σύμφωνα τόσο με τους κατοίκους όσο και με τη δική μας εμπειρία, οι τιμές ήταν αντίστοιχες ή σε αρκετές περιπτώσεις ακόμη και υψηλότερες από αυτές της Ελλάδας, παρά τους αισθητά χαμηλότερους μισθούς και τη διαφορετική ποιότητα ζωής. Με αφορμή και τις πρόσφατες διαδηλώσεις, δεν μπορεί κανείς να μην αναρωτηθεί κατά πόσο η κοινωνία είναι πραγματικά έτοιμη να ακολουθήσει τους φιλόδοξους ρυθμούς ανάπτυξης που οραματίζεται η κυβέρνηση Ράμα. Τα σχέδια για ταχεία ανάπτυξη, μεγάλες επενδύσεις και ιδιαίτερα για την προσέλκυση εκατομμυρίων τουριστών, κυρίως στην ακτογραμμή της χώρας, είναι πλέον εμφανή. Στα δικά μου μάτια, όμως, υπάρχει ένα σημαντικό ερώτημα: είναι πραγματικά έτοιμοι οι κάτοικοι να αγκαλιάσουν αυτή τη νέα πραγματικότητα;

Καχύποπτες ματιές προς τους ξένους, μια εμφανής δυσπιστία σε αρκετές περιπτώσεις και κυρίως η διαφορετική αντιμετώπιση της ισοτιμίας λεκ-ευρώ, η οποία πολλές φορές φαίνεται να αποτελεί προσωπική απόφαση του κάθε επαγγελματία, είναι μερικά από τα ζητήματα που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν. Γιατί η τουριστική ανάπτυξη δεν είναι μόνο ξενοδοχεία, δρόμοι, επενδύσεις και αριθμοί επισκεπτών. Είναι κυρίως οι άνθρωποι. Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο στοίχημα της Αλβανίας τα επόμενα χρόνια: όχι μόνο να καταφέρει να προσελκύσει τον τουρίστα, αλλά να είναι πραγματικά έτοιμη να τον υποδεχθεί.
Η Αλβανία βρίσκεται ανάμεσα σε δύο εποχές. Και εμείς είχαμε την τύχη να τη γνωρίσουμε ακριβώς τη στιγμή που η μία τελειώνει και η άλλη μόλις αρχίζει.

Το Μαυροβούνιο θα μπορούσε δικαιολογημένα να χαρακτηριστεί ως το διαμάντι των Βαλκανίων, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα τοπία, τη φύση και τη συνολική εικόνα αυτού του μικρού κράτους. Πρόκειται για μια χώρα όπου ακόμη και τέσσερις ή πέντε ημέρες με αυτοκίνητο ή μηχανή αρκούν για να γνωρίσει κανείς ένα σημαντικό μέρος της, καθώς οι αποστάσεις είναι μικρές και το οδικό δίκτυο αρκετά καλό ώστε να επιτρέπει στον ταξιδιώτη να κινηθεί εύκολα από τη μία περιοχή στην άλλη.
Όπως και στις δύο άλλες χώρες του ταξιδιού μας, την Αλβανία και τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, έτσι και στο Μαυροβούνιο τα υπέροχα, καταπράσινα και πεντακάθαρα ποτάμια βρίσκονται παντού. Οι κάτοικοι φαίνεται να τα έχουν εντάξει στην καθημερινότητά τους, αξιοποιώντας τα ως φυσικές πηγές δροσιάς μέσα στο καυτό καλοκαίρι, με έναν τρόπο που δείχνει σεβασμό προς το φυσικό περιβάλλον. Τα ποτάμια αποτελούν πραγματικά μια ανάσα μέσα στη ζέστη και οι άνθρωποι της χώρας φαίνεται να το γνωρίζουν και να το εκμεταλλεύονται με τον καλύτερο τρόπο.
Τα υπέροχα δάση, με μεγάλη ποικιλία φυτών και δέντρων, συνοδεύουν τον ταξιδιώτη σχεδόν σε ολόκληρη τη διαδρομή, ενώ ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν τα σπίτια που είναι χτισμένα μέσα σε μεγάλες εκτάσεις γης, αρκετά μακριά το ένα από το άλλο. Η εικόνα αυτή δημιουργεί μια έντονη αίσθηση ελευθερίας και δίνει την εντύπωση ότι ο καθένας διαθέτει τον χώρο που χρειάζεται για να ζήσει, κάτι που λείπει αισθητά από τις σύγχρονες, πυκνοκατοικημένες πόλεις.

Το Μαυροβούνιο, με πληθυσμό περίπου εξακόσιες χιλιάδες κατοίκους, μοιάζει με έναν κρυμμένο παράδεισο. Όλα στη χώρα φαίνεται να υπάρχουν «τόσο όσο»: οι υποδομές είναι αρκετές για να μη δυσκολεύουν τον επισκέπτη, αλλά όχι τόσο υπερβολικές ώστε να δημιουργούν την αίσθηση μιας πλήρως αυτοματοποιημένης καθημερινότητας. Υπάρχει ακόμη μια απλότητα στη ζωή, μια αίσθηση ότι ο άνθρωπος δεν έχει απομακρυνθεί εντελώς από το φυσικό περιβάλλον του.
Ένα πολύ καλό οδικό δίκτυο οδηγεί στην Ποντγκόριτσα, την ιδιαίτερα μικρή πρωτεύουσα της χώρας. Η αναλογία μεγέθους και πληθυσμού είναι τέτοια που η αίσθηση για έναν Έλληνα επισκέπτη θα μπορούσε να συγκριθεί, τηρουμένων φυσικά των αναλογιών, με το να επισκέπτεται κανείς τη Λάρισα αντί για μια μεγάλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Οι αποστάσεις είναι μικρές και η καθημερινότητα κινείται σε πολύ διαφορετικούς ρυθμούς από αυτούς που συναντάμε στις μεγάλες πόλεις της Ευρώπης.
Το μοναδικό παράδοξο που συναντήσαμε στη χώρα ήταν η εικόνα των εξαιρετικά μεγάλων πολυκαταστημάτων και η αφθονία των προϊόντων προς κατανάλωση. Η αντίθεση ήταν εντυπωσιακή. Από τη μία πλευρά, μια χώρα με έντονο φυσικό χαρακτήρα και έναν σχετικά απλό τρόπο ζωής και, από την άλλη, μια υπερβολή στην κατανάλωση που δημιουργούσε ένα περίεργο συναίσθημα, σχεδόν σαν να έπρεπε να προετοιμαστείς για κάτι.
Διασχίζοντας περίπου τη μισή χώρα και ανεβαίνοντας σε σημαντικό υψόμετρο, το τοπίο αλλάζει εντυπωσιακά και αποκτά πλέον αλπικά χαρακτηριστικά. Μικρές κοιλάδες στην κορυφή των βουνών, γεμάτες χορτάρι και έλατα, μικρά τριγωνικά σαλέ και ένας περιορισμένος αριθμός τουριστών συνθέτουν ένα σκηνικό που μοιάζει βγαλμένο από όνειρο. Τους καλοκαιρινούς μήνες η περιοχή είναι ήσυχη, ενώ τον χειμώνα όλα καλύπτονται από χιόνι και το τοπίο μεταμορφώνεται πλήρως. Η ζωή σε αυτά τα υψόμετρα φαίνεται να κυλά σε άλλους ρυθμούς. Η απόλυτη ησυχία και η απουσία της έντονης ανθρώπινης δραστηριότητας κάνουν τον επισκέπτη να αισθάνεται περισσότερο τη φύση και να απομακρύνεται, έστω προσωρινά, από την ένταση της καθημερινότητας.

Κατηφορίζοντας ξανά, φτάσαμε στο Plužine, ένα μικρό χωριό που πραγματικά έμοιαζε με πίνακα ζωγραφικής. Τα χρώματα, η λίμνη, τα βουνά και τα κεραμιδένια κτίσματα δημιουργούσαν μια εικόνα αρμονίας, από αυτές που δύσκολα αποτυπώνονται πλήρως σε μια φωτογραφία. Το τοπίο ήταν εντυπωσιακό, όμως αυτό που μας έκανε ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν κάτι πολύ πιο απλό και ανθρώπινο.
Μια μικρή βόλτα νωρίς το βράδυ ήταν αρκετή για να δούμε δεκάδες παιδιά να παίζουν στις πολλές παιδικές χαρές του χωριού, ξέγνοιαστα και χωρίς την εμφανή παρουσία του κινητού τηλεφώνου. Μικρότερες και μεγαλύτερες ηλικίες αναμειγνύονταν στο καλοκαιρινό βραδινό παιχνίδι, δημιουργώντας μια εικόνα που θύμιζε έντονα περασμένες εποχές. Ήταν ίσως από τις πιο όμορφες εικόνες ολόκληρου του ταξιδιού, όχι επειδή είχε κάτι εντυπωσιακό, αλλά ακριβώς επειδή ήταν τόσο απλή.

Μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει με μεγάλη ταχύτητα, το Μαυροβούνιο μοιάζει να κρατά ακόμη κάποια στοιχεία μιας διαφορετικής καθημερινότητας. Μιας ζωής πιο κοντά στη φύση, με μικρότερες αποστάσεις, περισσότερους ανοιχτούς χώρους και ανθρώπους που φαίνεται να έχουν διατηρήσει μια πιο άμεση σχέση με το περιβάλλον τους. Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πραγματικό του πλεονέκτημα: όχι μόνο οι λίμνες, τα ποτάμια, τα δάση και τα βουνά του, αλλά η αίσθηση ότι σε ορισμένα σημεία του χρόνου έχει κινηθεί λίγο πιο αργά από τον υπόλοιπο κόσμο.

Για τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη δεν θα πούμε πολλά. Ίσως γιατί, από τις τρεις χώρες που επισκεφτήκαμε, ήταν εκείνη που μας άφησε τη δυσκολότερη συνολική εντύπωση. Η χώρα φαίνεται να βρίσκεται αρκετά πίσω σε επίπεδο υποδομών και τουριστικής οργάνωσης, ενώ η εμπειρία μας ως ξένων επισκεπτών δεν ήταν πάντοτε ιδιαίτερα φιλόξενη.
Το οδικό δίκτυο, σε αρκετά σημεία, είναι προβληματικό και η κατάσταση γίνεται ακόμη δυσκολότερη από την οδηγική συμπεριφορά που συναντήσαμε στους δρόμους. Επιθετικές προσπεράσεις, απρόσεκτη οδήγηση και μια γενικότερη ένταση πίσω από το τιμόνι ήταν εικόνες που συναντήσαμε επανειλημμένα κατά τη διάρκεια της διαδρομής μας. Παράλληλα, σε αρκετές περιπτώσεις η συμπεριφορά απέναντι στους τουρίστες δεν ήταν αυτή που θα περίμενε κανείς από έναν προορισμό που θέλει να αναπτύξει τον τουρισμό του.

Ένα ακόμη στοιχείο που δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητο ήταν η έντονη παρουσία του ισλαμικού στοιχείου. Τα τζαμιά και το κάλεσμα για προσευχή αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας και, ειδικά για έναν επισκέπτη από την Ελλάδα, η εικόνα αυτή δημιουργεί μια έντονη πολιτισμική αντίθεση. Σε ορισμένες περιοχές, η παρουσία της ισλαμικής παράδοσης είναι τόσο εμφανής ώστε η αίσθηση του ταξιδιώτη μπορεί να παραπέμψει περισσότερο στη Μέση Ανατολή παρά στην εικόνα που έχει συνηθίσει να συνδέει με τα Βαλκάνια. Ιδιαίτερα σε ορισμένες περιοχές συναντήσαμε γυναίκες που φορούσαν χιτζάπ ακόμη και μέσα στις υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού. Για έναν επισκέπτη που δεν έχει συνηθίσει αυτή την εικόνα, η πολιτισμική διαφορά είναι έντονη. Πρόκειται, ωστόσο, για ένα στοιχείο που αποτελεί μέρος της θρησκευτικής και κοινωνικής πραγματικότητας της χώρας και όχι κάτι που μπορεί να αποτυπωθεί με μία μόνο γενίκευση για το σύνολο της βοσνιακής κοινωνίας.
Παράλληλα, σε διάφορα σημεία της χώρας συναντήσαμε έναν έντονο επενδυτικό πυρετό, με κινεζικά, καταριανά και άλλα αραβικά κεφάλαια να συμμετέχουν σε μεγάλα έργα και επενδύσεις, ακόμη και σε περιοχές που σήμερα μοιάζουν αρκετά απομονωμένες. Η εικόνα αυτή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το πώς σχεδιάζεται το οικονομικό μέλλον της χώρας και ποια θα είναι η θέση της μέσα στη νέα πραγματικότητα των Βαλκανίων.

Η Βοσνία έχει αναμφισβήτητα έντονη φυσική ομορφιά. Βουνά, ποτάμια, δάση και λίμνες συνθέτουν ένα ιδιαίτερα όμορφο φυσικό περιβάλλον. Ωστόσο, στη δική μας εμπειρία, η φυσική ομορφιά δεν ήταν αρκετή για να επισκιάσει τα προβλήματα που αντιμετωπίσαμε στους δρόμους, στις υποδομές και γενικότερα στην καθημερινή επαφή μας με τη χώρα.
Το κόστος ζωής είναι από μέτριο έως χαμηλό σε σύγκριση με αρκετές ευρωπαϊκές χώρες και αυτό θα μπορούσε θεωρητικά να αποτελέσει σημαντικό πλεονέκτημα για την προσέλκυση επισκεπτών από τα γειτονικά κράτη. Παρ’ όλα αυτά, η χαμηλότερη τιμή δεν ήταν από μόνη της αρκετή για να δημιουργήσει ένα ελκυστικό τουριστικό πακέτο, τουλάχιστον με βάση τη δική μας εμπειρία.

Υπήρχαν, βέβαια, και οι στιγμές που ισορροπούσαν την εικόνα. Οι ιδιαίτερες γεύσεις της τοπικής κουζίνας ήταν μια ευχάριστη έκπληξη, ενώ το Σαράγεβο ήταν χωρίς αμφιβολία το πιο ενδιαφέρον και όμορφο αστικό κομμάτι της επίσκεψής μας. Μια πόλη με έντονο ιστορικό αποτύπωμα, ιδιαίτερη αρχιτεκτονική και μια μοναδική συνύπαρξη διαφορετικών πολιτισμών και θρησκευτικών παραδόσεων.

Τελικά, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη μας άφησε την αίσθηση μιας χώρας με μεγάλες δυνατότητες, αλλά και με αρκετά εμπόδια που θα πρέπει να ξεπεραστούν. Η φυσική ομορφιά υπάρχει, η ιστορία υπάρχει, το Σαράγεβο υπάρχει και η θέση της χώρας στα Βαλκάνια είναι στρατηγική. Αυτό που φαίνεται να λείπει είναι η αντίστοιχη οργάνωση και μια πιο σταθερή, εξωστρεφής προσέγγιση απέναντι στον επισκέπτη. Μάλλον η Βοσνία είναι η χώρα που χρειάζεται περισσότερο χρόνο από τις άλλες δύο για να αποφασίσει τι θέλει να γίνει. Και αυτό, από μόνο του, την κάνει έναν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα προορισμό για όποιον θέλει να δει τα Βαλκάνια όχι μέσα από την εικόνα ενός τουριστικού φυλλαδίου, αλλά όπως πραγματικά είναι.
ΚΕΙΜΕΝΟ/ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΖΟΥΜΑΣ







