Η Σινώπη, ο Διογένης και η ύβρις της λήθης
Από κάποια ταξίδια επιστρέφεις με φωτογραφίες. Από άλλα επιστρέφεις με κάτι που δεν χωράει σε καμία εικόνα.
Ένα βάρος που κάθεται αθόρυβα στο στήθος, μια συγκίνηση χωρίς ξεκάθαρη αρχή, μια θλίψη που δεν γεννιέται από όσα είδες, αλλά από όσα έλειπαν. Από όσα θα έπρεπε να υπάρχουν και δεν υπάρχουν πια. Από φωνές που θα έπρεπε να ακούγονται και έχουν σιωπήσει για πάντα.
Έτσι επέστρεψα από τη Σινώπη.
Δεν πήγα αναζητώντας μια ελληνική πόλη παγωμένη στον χρόνο. Η Ιστορία δεν είναι μουσείο. Οι πόλεις αλλάζουν δέρμα, οι σημαίες χρώμα, οι άνθρωποι μετακινούνται σαν κύματα, οι αυτοκρατορίες καταρρέουν, οι γλώσσες σωπαίνουν. Η Σινώπη είναι σήμερα μια τουρκική πόλη. Αυτό είναι το παρόν της. Το ελληνικό της παρελθόν, όμως, δεν χάνει γι’ αυτό ούτε μια σταγόνα από την αλήθεια του.
Και το παρελθόν αυτό είναι βαθύ. Η αρχαία Σινώπη στάθηκε σημαντική ελληνική πόλη του Εύξεινου Πόντου, αποικία της Μιλήτου, με ναυτική και εμπορική δύναμη που άπλωσε τις δικές της αποικίες κατά μήκος των ακτών. Η ελληνικότητά της δεν έμεινε μόνο στα λιμάνια και στα τείχη· άγγιξε και το πνεύμα. Από εδώ πέρασε ο Διογένης ο Κυνικός, φέρνοντας μαζί του την ωμή ειλικρίνεια της φιλοσοφίας.
Όμως η ιστορία της Σινώπης δεν τελειώνει στην αρχαιότητα.
Μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα ζούσε εκεί μια ελληνική κοινότητα ολοζώντανη: οικογένειες που μεγάλωναν κάτω από την ίδια στέγη, σχολεία που άνοιγαν κάθε πρωί, θεσμοί που κρατούσαν όρθια μια συνέχεια αιώνων. Οι πόλεμοι, οι εκτοπισμοί και η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών έκοψαν αυτή τη ρίζα με μία κίνηση. Οι άνθρωποι έφυγαν. Η κοινότητα έμεινε μόνο ως απουσία. Και κάπου εδώ ελλοχεύει ο κίνδυνος για κάτι οριστικότερο ακόμη και του θανάτου. Η λήθη.
Γιατί πίσω από κάθε ιστορικό γεγονός υπάρχουν άνθρωποι. Όχι μόνο εκείνοι που πέρασαν στα βιβλία. Αλλά οι ανώνυμοι. Ο άντρας που άνοιγε κάθε πρωί το μικρό του μαγαζί στο λιμάνι. Η γυναίκα που μεγάλωσε τα παιδιά της σε μια γειτονιά. Ο δάσκαλος που ξεκλείδωνε την σχολική αυλόπορτα πριν χαράξει. Το παιδί που έτρεχε ξυπόλητο στα καλντερίμια. Ο άνθρωπος που γεννήθηκε, έζησε και πέθανε εκεί, πιστεύοντας πως ο τόπος του θα μείνει κληρονομιά στα παιδιά του.
Και το ερώτημα έρχεται εκκωφαντικό: Ποιος θα αφηγηθεί σήμερα την ιστορία τους;
Το αναπάντητο είναι αυτό που πληγώνει πιο βαθιά.
Η πρώτη απώλεια αφορά εκείνη ενός τόπου. Η δεύτερη είναι να ξεθωριάσει κάποτε η μνήμη της ύπαρξης.
Περπατώντας στους δρόμους της Σινώπης ένιωσα ένα κενό. Επίμονη γεννήθηκε η σκέψη πόσο εύκολα η Ιστορία μπορεί να μετατραπεί σε χρονολόγιο: μια ξερή σειρά από αυτοκρατορίες, πολέμους, συνθήκες και μετακινήσεις. Όμως οι άνθρωποι δεν είναι υποσημειώσεις στο περιθώριο των σελίδων.
Ένας πολιτισμός ζει μέσα από εκατομμύρια μικρές, καθημερινές ζωές που όταν πάψουν να αναφέρονται, χάνεται κομμάτι της αλήθειας. Η μνήμη δεν είναι εκδίκηση, ούτε άρνηση του παρόντος αλλά το δικαίωμα στην ύπαρξη την οποία διεκδικεί το παρελθόν.
Η Σινώπη είναι σήμερα μια τουρκική πόλη. Αλλά η Ιστορία δεν είναι ιδιοκτησία. Είναι κληρονομιά χωρίς αποκλειστικότητα. Όποιος παραλαμβάνει έναν τόπο, παραλαμβάνει μαζί του και τα βάθη του· όχι μόνο τη γη, αλλά και τις φωνές που κάποτε την κατοίκησαν. Η δύναμη ενός τόπου μετριέται από το πόσο γενναιόδωρα κρατά ζωντανό εκείνο που προηγήθηκε.
Η κληρονομιά αυτή μπορεί να χαθεί αθόρυβα: όταν ένας πολιτισμός παύει να αναφέρεται στον βωμό μιας εθνικής αφήγησης, όταν η Ιστορία φτωχαίνει για να χωρέσει ένας νέος εαυτός, όταν γίνεται υπηρέτης μιας εθνικής ανάγκης, όταν οι άνθρωποι ενός τόπου μετατρέπονται σε απρόσωπες σκιές, όταν τα ονόματά τους σβήνονται και μια ολόκληρη ιστορική συνέχεια συρρικνώνεται ώσπου να γίνει μια αόριστη υποσημείωση στο περιθώριο.
Αυτό είναι, τελικά, η ύβρις της λήθης:
να χαθούν οι άνθρωποι μία φορά από τον τόπο τους
και να χαθούν ξανά από την μνήμη.
Ίσως γι’ αυτό η δική μας, εθνική ευθύνη δεν είναι μόνο να θυμόμαστε τον ξεριζωμό και τον θάνατο. Είναι να θυμόμαστε και τη ζωή που υπήρχε πριν από αυτά. Να μιλάμε για τους ανθρώπους που έζησαν, εργάστηκαν, δημιούργησαν, αγάπησαν και μεγάλωσαν τα παιδιά τους εκεί.
Να μην τους θυμόμαστε μόνο ως θύματα.
Να τους θυμόμαστε ως ανθρώπους.
Γιατί η μνήμη αποκτά το πιο βαθύ της νόημα ακριβώς εκεί όπου δεν υπάρχει πια κανείς να τη μεταφέρει από στόμα σε στόμα. Στην ακτογραμμή και τα ψαροχώρια, στα στενά σοκάκια και τις ανηφοριές, εκεί όπου αν ζούσε ο Διογένης ο Κυνικός σήμερα, θα τριγύριζε με το φανάρι του αναζητώντας όχι τίμιο άνθρωπο αλλά το αντίδοτο στην ύβρη της λήθης.







