Πώς είναι η ζωή σε μια πόλη όπου ο ήλιος δεν ανατέλλει για μήνες;
Για περίπου τέσσερις μήνες τον χρόνο, οι κάτοικοι του Longyearbyen, ενός από τους βορειότερους οικισμούς του κόσμου, σίγουρα δεν χρειάζονται γυαλιά ηλίου.
Σε αντίθεση με την Ελλάδα, που ο ήλιος φτάνει να γίνεται ακόμη και κουραστικός από το πόσο μας δίνεται απλόχερα, στο Longyearbyen, βαθιά μέσα στην Αρκτική, τα πράγματα είναι αρκετά πιο σκοτεινά και η πολική νύχτα αλλάζει ριζικά τον ρυθμό της καθημερινότητας. Για περίπου τέσσερις μήνες, ο ήλιος παραμένει κάτω από τον ορίζοντα, σε έναν τόπο όπου το σκοτάδι, το χιόνι και το Βόρειο Σέλας αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ζωής. Η καθημερινότητα εκεί έχει ως εξής: ο κόσμος ξυπνάει το πρωί, πηγαίνει στη δουλειά και επιστρέφει στο σπίτι χωρίς να έχει δει το φως της ημέρας ούτε για ένα λεπτό -για μήνες. Όχι επειδή έχει συννεφιά ή επειδή εργάζεται πολλές ώρες, αλλά επειδή ο ήλιος δεν ανατέλλει καν.
Η πόλη που δεν λένε «καλημέρα» για 4 μήνες
Το Longyearbyen βρίσκεται στο αρχιπέλαγος Σβάλμπαρντ της Νορβηγίας, ανάμεσα στη βόρεια Νορβηγία και τον Βόρειο Πόλο, όπου η πολική νύχτα παίρνει το χρόνο της και διαρκεί περίπου από τα τέλη Οκτωβρίου έως τα μέσα Φεβρουαρίου. Η αιτία του φαινομένου αυτού βρίσκεται στην κλίση του άξονα της Γης. Καθώς ο πλανήτης κινείται γύρω από τον Ήλιο, οι πολικές περιοχές στρέφονται για μεγάλα χρονικά διαστήματα μακριά από το ηλιακό φως. Κι όσο πιο κοντά βρίσκεται κανείς στον Βόρειο Πόλο, τόσο μεγαλύτερη είναι η περίοδος χωρίς ανατολή. Ωστόσο, το απόλυτο σκοτάδι δεν είναι συνεχές. Γύρω στο μεσημέρι, εμφανίζεται ένα μοναδικό φαινόμενο που οι ντόπιοι ονομάζουν svalbardblå (το μπλε του Σβάλμπαρντ) και πρόκειται για ένα αμυδρό λυκόφως που βάφει το χιονισμένο τοπίο με βαθιές μπλε και μοβ αποχρώσεις για περίπου δύο ώρες, προσφέροντας ένα θέαμα που εμείς της Μεσογείου, μόνο να φανταστούμε μπορούμε. Υπάρχει, όμως, μια δίμηνη περίοδος, όπου το σκοτάδι είναι ο απόλυτος πρωταγωνιστής.

Παρά το σκοτάδι, η ζωή δεν σταματά. Τα σχολεία λειτουργούν, οι άνθρωποι πηγαίνουν στις δουλειές τους και τα καταστήματα παραμένουν ανοιχτά, απλώς όλα αυτά τα κάνουν με τεχνητό φωτισμό. Αναπόφευκτα, η έλλειψη φυσικού φωτός επηρεάζει τον κιρκάδιο ρυθμό και για τον λόγο αυτό, οι κάτοικοι επιστρατεύουν σταθερές ώρες ύπνου, σωματική δραστηριότητα και ειδικές λάμπες έντονου τεχνητού φωτός (φωτοθεραπεία) για να διατηρήσουν τη ρουτίνα τους και να μην κάνουν τη νύχτα μέρα -ή το αντίθετο. Οι προκλήσεις, όμως, δεν τελειώνουν εδώ, αφού το σκοτάδι κρύβει και προκλήσεις όπως η απειλή των... πολικών αρκούδων. Η μετακίνηση έξω από τα όρια του οικισμού απαιτεί τεράστια προσοχή. Λόγω της περιορισμένης ορατότητας, οι αρκούδες εντοπίζονται δύσκολα, γι' αυτό και οι κάτοικοι υποχρεούνται από τον νόμο να φέρουν μαζί τους κάποιο κατάλληλο μέσο για προστασία, με τις αρχές να συστήνουν την οπλοφορία.

Η πολική νύχτα δεν είναι απλό πράγμα για όλους. Κάποιοι την έχουν συνηθίσει και τη βιώνουν ως μια περίοδο εσωτερικής ηρεμίας, ενώ για άλλους η απουσία του ήλιου είναι απαιτητική. Στα καλά νέα, όμως, η κοινωνική ζωή της πόλης ανθίζει. Αντί οι άνθρωποι να κλείνονται στα σπίτια τους, η πολική νύχτα είναι γεμάτη με φεστιβάλ, συναυλίες και πολιτιστικές εκδηλώσεις. Οι κάτοικοι επενδύουν στην ανθρώπινη επαφή και στην κουλτούρα του kos (τη νορβηγική φιλοσοφία της θαλπωρής και της συντροφικότητας), μετατρέποντας το σκοτάδι σε μια ζεστή, συλλογική εμπειρία. Και φυσικά, το μεγάλο αντίδοτο στο σκοτάδι είναι το Βόρειο Σέλας. Όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν -ανάλογα με τη γεωμαγνητική δραστηριότητα και τη νεφοκάλυψη- χρωματιστές φωτεινές ζώνες χορεύουν στον ουρανό, δημιουργώντας ένα εξωπραγματικό θέαμα. Στο Longyearbyen, μάλιστα, το Σέλας είναι τόσο έντονο που συχνά είναι ορατό ακόμα και το μεσημέρι.
Και ύστερα έρχεται η άνοιξη. Το φως επιστρέφει σταδιακά, μέχρι να φτάσουμε στο άλλο άκρο: τον ήλιο του μεσονυχτίου, όταν ο ήλιος δεν δύει ποτέ. Μοιραία, λοιπόν, οι κάτοικοι του Longyearbyen ζουν στα άκρα, χωρίς να το έχουν επιλέξει καν.
ΤΖΟΥΛΙΑ ΤΑΣΩΝΗ
[email protected]







