«Ευτυχείτε!»: Ο λόγος σε ανθρώπους που δεν ξέρουν να μιλούν 

Μικροί ήρωες διαπράττουν μεγάλα εγκλήματα πάνω στη σκηνή.

Άνθρωποι δυστυχισμένοι, ανεύθυνοι, απαθείς, ωμοί, βίαιοι ανεβαίνουν στη σκηνή του θεάτρου Τόπος Αλλού για να μας αποδείξουν πως τα ανείπωτα δράματα ξεκινούν από ήρωες που δεν μπορούν μιλήσουν και άρα να επικοινωνήσουν. Από αυτούς τους μικρούς ήρωες εμπνέεται στην πρώτη της σκηνοθετική δουλειά η Βίκη Βολιώτη δίνοντας στην παράσταση τον ειρωνικό τίτλο «Ευτυχείτε!» ή «2 εύθυμες ιστορίες για ανθρώπους που δεν ξέρουν να μιλούν».  

Η παράσταση βασίζεται σε δύο μονόπρακτα του Γερμανού συγγραφέα Franz Xaver Kroetz, του ανθρώπου που ήθελε να συνδέσει το θέατρο με την πολιτική ώστε να καταφέρει να αλλάξει την κοινωνία... και το μόνο που εισέπραξε ήταν απογοήτευση. Κι αυτό γιατί απέκτησε συνείδηση της αδράνειας που διακατέχει την κοινωνία και τους νόμους που την ορίζουν- ο κόσμος ούτε εύκολα αλλάζει, ούτε γρήγορα.  

«Τα αγαπημένα μας τραγούδια» 
Στο πρώτο μέρος της παράστασης και το μισό της σκηνής, ξεκινάει μια ηδονοβλεπτική διαδικασία ειπωμένη με χιουμοριστικό τρόπο υπό τον τίτλο «Τα αγαπημένα μας τραγούδια». Ο θεατής αποκτά πρόσβαση στην καθημερινότητα μιας γυναίκας (Άντρια Ράπτη) που ζει μόνη σε ένα διαμέρισμα. Μόλις έχει σχολάσει από τη δουλειά και μπαίνει στον προσωπικό της χώρο ελεύθερη να φερθεί όπως πραγματικά θέλει. Και έτσι γινόμαστε κοινωνοί του εμμονικού μικρόκοσμού της, ο οποίος αποτελείται από ψυχαναγκαστικές επαναλήψεις μιας απαράλλαχτα ίδιας, υποχονδριακής ρουτίνας.  

Πόσες φορές την είδαμε άλλωστε να πλένει τα χέρια της κι έπειτα να βάζει αντισηπτικό. Για να μην αναφέρω το τελετουργικό με το οποίο διπλώθηκαν οι πλαστικές σακούλες, ή ακόμα χειρότερα το χαρτί υγείας κατά τη χρήση της τουαλέτας. Ούτε καν εκεί δεν μπορούσε να σηκώσει ανταρσία στους ψυχαναγκασμούς της. Κάθε της κίνηση μέσα στο διαμέρισμα ήταν σαν να εκτελείται με βάση το προσωπικό της πρωτόκολλο, την επισημότητα του οποίου σφράγισε η σιωπή.  

Η γυναίκα βιώνει την απόλυτη μοναξιά, και κάθε επανάληψη κινήσεων την τονίζει και τη μεγεθύνει. Δεν ξέρω αν αυτή η σιωπή οφείλεται στο γεγονός ότι σκέφτεται πάρα πολύ ή ότι δε σκέφτεται καθόλου, πάντως φαίνεται να είναι παραδομένη παθητικά στην καθημερινότητα και τη μοίρα της. Και το διαμέρισμα είναι σα να συμβολίζει τη φυλακή και το τέλμα της.  

Σ' αυτή τη σιωπηλή φυλακή, την ιδιότυπη απομόνωση, γίνεται εκκωφαντικό το σύγχρονο υπαρξιακό αδιέξοδο της ηρωίδας. Κι επειδή συνήθως μέσα στη σιωπή γεννάται ο λόγος, η ίδια βρίσκει τρόπο για να αποφύγει τις σκέψεις και παράλληλα να ψυχαγωγηθεί. Κι ανοίγει το ραδιόφωνο, τη μόνη της συντροφιά. Η ηρωίδα μπάζει στην υστερική της πραγματικότητα την οικεία φωνή του Αλέξη Κωστάλα και της ραδιοφωνικής του εκπομπής. Μια φωνή που θα την ταξιδέψει, θα την κάνει να αναπολήσει, θα τη στεναχωρήσει, θα την κάνει να χορέψει- ό,τι πιο ουσιαστικά ενεργητικό την βλέπουμε να κάνει-, αλλά κυρίως θα την ειρωνευτεί με τις μουσικές επιλογές της.  

Πράγματι, η playlist είναι λες και θέλει να την ξεκάνει και σ' αυτό οφείλεται η εύστοχη επιλογή των τραγουδιών, τα οποία άλλοτε έρχονται για να την ταρακουνήσουν και άλλοτε για να την κοροϊδέψουν. «Η ζωή είναι μικρή και δεν ξέρεις γιατί μεγαλώνεις και φεύγεις» της θυμίζει ένα τραγούδι. Σ' αυτούς τους στίχους συνοψίζεται το έγκλημα της ηρωίδας: Δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει το έγκλημα που κάνει στον ίδιο της τον εαυτό. Έχει αποσυρθεί απ' τη ζωή κι απ' τον λόγο κι αδυνατεί να επικοινωνήσει, όχι μόνο με τους άλλους αλλά και με τον εαυτό της.  

Και μέσα από αυτά τα πάθη της καταφέρνει να «μιλήσει» σε όλους εμάς, τις σύγχρονες μοναχικές υπάρξεις, γιατί λίγο ή πολύ, σε μια φάση της ζωής μας ή σε ολόκληρη της ζωή μας, της έχουμε μοιάσει και της μοιάζουμε.  

«Δουλεύοντας στο σπίτι» 
Κι αν ως θεατής ταυτίζεσαι κάπως με το πρώτο μονόπρακτο, στο δεύτερο δε θες με τίποτα να ταυτιστείς. Στο δεύτερο αγχωτικό και ενοχλητικό μέρος, υπό τον τίτλο

«Δουλεύοντας στο σπίτι», παρακολουθούμε  τη ζωή ενός ζευγαριού. Στην αρχή, καθώς η σύζυγος αρνείται να εκτελέσει τα συζυγικά της καθήκοντα, ξεγελιέσαι λίγο και πιστεύεις πως πρόκειται για μια ιστορία σαν την πρώτη, ειπωμένη με εύθυμα στοιχεία. Αλλά όχι...

Τα μόνα στοιχεία που διατηρούνται και στη δεύτερη ιστορία είναι η χρήση της μουσικής και η αίσθηση της μιζέριας. Πλέον καταργείται η σιωπή κι έχουμε ένα ζευγάρι το οποίο μιλάει.  

Ο Willi (Γιάννης Στόλλας) αναρρώνει στο σπίτι έπειτα από ένα ατύχημα με μηχανάκι, στο οποίο ήταν υπαίτιος γιατί οδηγούσε μεθυσμένος. Πλέον συσκευάζει σπόρους κατ΄οίκον, ενώ η Marta (Άντρια Ράπτη) καθαρίζει σπίτια για να τα βγάλουν πέρα. Μέχρι στιγμής τα προβλήματά τους περιστρέφονται γύρω από την έλλειψη χρημάτων, την κούραση και τα ανεκπλήρωτα συζυγικά καθήκοντα, ως απόρροια της κούρασης από την εργασία για να βγουν τα προς το ζην. Σ' αυτό το μονόπρακτο φαίνεται από νωρίς το λούμπεν στοιχείο με το οποίο συχνά ντύνει τις ιστορίες του ο Kroetz, όπως και η αδύναμη χρήση της γλώσσας. Οι ήρωες επιδίδονται σε κοφτούς, σκληρούς διαλόγους, δίχως πολύ νόημα ή με λάθος νόημα, χωρίς καθόλου συναίσθημα. Τη σημασία μάλιστα που έχουν οι διάλογοι αυτοί, υπογραμμίζει σε όλη τη διάρκεια η έντονη μουσική, η οποία παρεμβαίνει στη ροή δίνοντας εκείνη το συναίσθημα που στερούνται οι ατάκες και οι ήρωες που τις ξεστομίζουν. Κι από αδιάφοροι που είναι στην αρχή οι διάλογοι γίνονται σταδιακά ενοχλητικοί.  

Σ' αυτή την εξέλιξη θα συμβάλει μια αλλαγή στη ζωή του ζευγαριού. Η Marta έμεινε έγκυος από κάποιον άλλο όσο ήταν στο νοσοκομείο ο Willi. Σύμφωνα με την περιγραφή της παράστασης, το ζευγάρι προσπαθεί να βρει απάντηση στο ερώτημα: Είναι ευτυχία ένα παιδί ή μήπως όχι; Κατ' εμέ, δεν υπάρχει πουθενά αυτό το δίλημμα. Η απάντηση είναι ξεκάθαρα όχι, και όλα θα ήταν ευκολότερα αν υπήρχαν τα 1000 ευρώ για την έκτρωση. Αλλά και να τα είχαν, σιγά μη τα χαράμιζαν στην έκτρωση. Κι εδώ πια γίνεται ξεκάθαρο πώς η κοινωνία και το ταξικό πλαίσιο επηρεάζει και υποβαθμίζει τη ζωή ενός ανθρώπου.  

Οι άνθρωποι αυτοί γίνονται εγωιστές, ωμοί, βίαιοι και δεν αντιλαμβάνονται την ευθύνη που φέρουν για τη ζωή αυτού του μωρού. Το πρώτο τους έγκλημα έτσι είναι η επιλογή να το φέρουν στον κόσμο, έπειτα από μια αποτυχημένη προσπάθεια αποβολής στο σπίτι, και να το δώσουν για υιοθεσία. Ή μήπως το πρώτο τους έγκλημα είναι ότι παλεύοντας να τα βγάλουν πέρα έγιναν απαθείς –ο Willi ούτε καν ταράζεται όταν μαθαίνει για την απιστία- και έχασαν την επαφή τους με το λόγο/λογική. Έτσι έγιναν πρωταγωνιστές μιας καθημερινής τραγωδίας, αιτία και κινητήριος δύναμη της οποίας αποτελεί η απελπισία. Και μέσα σε αυτή τους την απελπισία ο καθένας από μας μπορεί να βρει γνώριμα στοιχεία. Κι εκεί γίνεται πια κατανοητό γιατί αυτή η ιστορία είναι τόσο ενοχλητική. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως, γραμμένο τη δεκαετία του '70, το μονόπρακτο γίνεται σήμερα τρομακτικά επίκαιρο αν κοιτάξει κανείς λίγο τους τίτλους των ειδήσεων.   

ΙΩΑΝΝΑ ΒΑΡΔΑΛΑΧΑΚΗ / ivard@naftemporiki.gr

Info
Έως 27/05
Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο 21.00 και Κυριακές 20.00
Κρατήσεις: 2108656004, 2108679535
www.topos-allou.gr

διαβάστε επίσης
  • ΟΛΑ
  • ΘΕΑΤΡΟ