Ζωρζ Νταντέν: Ένας άναυδος σύζυγος στο Θέατρο Τέχνης

zorz-ntanten
ΠΕΜΠΤΗ, 25 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2018

Μια καλοκουρδισμένη φάρσα με εξαιρετική μουσική στη σκηνή της Φρυνίχου.

Εμπνευσμένη μάλλον από την άποψη του Μολιέρου πως οι κανόνες δεν πρέπει να ακολουθούνται κατά γράμμα, η Μαριάννα Κάλμπαρη σκηνοθετεί την παράσταση «Ζώρζ Νταντέν: Ο άναυδος σύζυγος» σε δική της μετάφραση και δραματουργική επεξεργασία στο Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν, ακολουθώντας πιστά αλλά όχι κατά γράμμα το έργο του- όπως ακριβώς κάνει με τον τίτλο του που τον παραλλάσσει λίγο.

Γάμος χωρίς έρωτα: Η μεγαλύτερη πηγή δυστυχίας
Το έργο εστιάζει στον δυστυχισμένο έγγαμο βίο του Ζωρζ Νταντέν και της Ανζελίκ. Ο Νταντέν είναι ένας αστός που έχει ανέλθει λόγω της οικονομικής του κατάστασης, ενώ η Ανζελίκ προέρχεται από αριστοκρατική αλλά ξεπεσμένη οικονομικά οικογένεια. Και φυσικά ο γάμος τους μόνο με βάση το κριτήριο του έρωτα δεν αποφασίστηκε καθώς στην ουσία αποτελεί μια συναλλαγή μεταξύ του Νταντέν, για να αποκτήσει το όνομά του το κύρος της αριστοκρατίας και της οικογένειας Σατονβίλ, για να τους μπαλώσει τις τρύπες ο γαμπρός τους. Η Ανζελίκ πουθενά, κι ο έρωτας το ίδιο.

Με βάση αυτά ο Μολιέρος φτιάχνει την ιστορία ενός ζηλιάρη συζύγου που προσπαθεί συνεχώς να αποδείξει στα πεθερικά του- γιατί με αυτούς έκλεισε την «αγοραπωλησία»- ότι η γυναίκα του τον απατά.  Και συνεχώς αποτυγχάνει. Η καρδιά της ιστορίας είναι ακριβώς αυτό, η επανάληψη ίδιων γεγονότων, ή παραλλαγών τους, που γεννούν τις ίδιες υποψίες (περί απιστίας) στο Νταντέν ο οποίος με τον ίδιο τρόπο θα προσπαθήσει να ενημερώσει τους Σατονβίλ και με τον ίδιο τρόπο θα αποτύχει.

Αυτή η επαναληπτικότητα με το εσαεί δράμα του Νταντέν ενισχύει το φαρσικό στοιχείο που υιοθετεί ο Μολιέρος στα έργα του και το οποίο στο συγκεκριμένο έργο γίνεται όπλο για να σατιρίσει τις ανθρώπινες μικροπρέπειες και τη στιγματισμένη-καθορισμένη από την κοινωνική τους τάξη συμπεριφορά. 

«Καλά να πάθεις Ζωρζ Νταντέν…»
Η Κάλμπαρη κρατώντας την ουσία του έργου του Μολιέρου εστιάζει στο στοιχείο της φάρσας και του έρωτα, ή πιο σωστά της απουσίας του έρωτα, στήνοντας μια παράσταση ζωηρή και σύγχρονη που εμπνέεται από το κιτς στοιχείο ενώ αναπνέει από τη μουσική και τον χορό.

Έτσι η σκηνή της Φρυνίχου μεταμορφώνεται σε ένα κακόγουστο παρακμιακό κέντρο διασκέδασης για να στεγάσει μια ατέλειωτα κακόγουστη φάρσα, ένα γάμο από συμφέρον. Ένα μακρόστενο γαμήλιο τραπέζι, κουρτίνες που δεν τους λείπει το στρας, δύο φυτά και ένα κόκκινο χαλί αποτελούν το λιτό σκηνικό πάνω στο οποίο θα δράσουν ήρωες με λεοπάρ και κόκκινο χρώμα, χρυσές λεπτομέρειες και περούκες (Σκηνικά-κοστούμια: Μαντώ Ψυχουντάκη).  

Το χτίσιμο αυτής της παλιομοδίτικης αισθητικής συμπληρώνουν οι φωτισμοί από τη μία, με πότε έντονα φώτα μπας και πέσει φως στην υπόθεση της μοιχείας, πότε μπλε, πράσινα, κόκκινα με μια 80s δόση, πότε χαμηλωμένα για να μαλώσουν οι αντίζηλοι ή να σμίξουν οι εραστές, πότε πάλι κατασκόταδο (Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου) και η μουσική (Μουσική επιμέλεια: Νέστωρ Κοψιδάς) από την άλλη, που κατέληξε το πιο καλόγουστο συστατικό για να συντροφέψει και να αναδείξει το έργο- στην πρώτη του παράσταση άλλωστε, το 1668, το κείμενο παρουσιάστηκε σε συνδυασμό με ένα βουκολικό μουσικό έργο (σε στίχους του Μολιέρου και μουσική Λυλλύ). Πάνω στη μουσική πέφτει τόση δουλειά και δημιουργικότητα που οι μελωδίες, όπως το Μια αγάπη για το καλοκαίρι ή το Ντιρλαντά αλά γαλλικά, μπορούν και λειτουργούν αυτόνομα στην παράσταση τη στιγμή που έχουν τη δική τους λειτουργία, να ντύσουν μια ιστορία για τον έρωτα και πολύ περισσότερο να ενισχύσουν το φαρσικό στοιχείο του κειμένου. Πράγμα που γίνεται αφενός με τα ίδια τα τραγούδια που επιλέγονται (και τις εκτελέσεις τους), αφετέρου με τις χορευτικές φιγούρες που πολλές φορές συνοδεύουν τη μουσική.

Τελικά ό,τι επιλέγεται να παρουσιαστεί πάνω στη σκηνή της Φρυνίχου έχει ακριβώς τον ίδιο σκοπό. Με τον τρόπο του το κάθε στοιχείο, από τη σκηνή, τη μουσική και τον χορό μέχρι τους ήρωες, τον τρόπο που κινούν το σώμα τους και τον τρόπο που απευθύνονται ο ένας στον άλλο (οι ηθοποιοί σπάνια κοιτάζονται μεταξύ τους και απευθύνονται κυρίως στο κοινό) έχει στόχο να συνεισφέρει σε αυτή την ατέλειωτη φάρσα. Και σε αυτό το σκοπό η ομάδα των ηθοποιών που συμμετέχει στην παράσταση αποτελεί τον καλύτερο σύμμαχο. Χάρμα οφθαλμών πάνω στη σκηνή η σκερτζόζα Σύρμω Κεκέ και ο εκφραστικότατος Νέστωρ Κοψιδάς σε διπλούς ρόλους, συμπληρωματικοί ο ένας στον άλλο, έντονοι και εύπλαστοι. Δίπλα τους η δαιμόνια Κατερίνα Λυπηρίδου, όσο κι αν θες να τη συμπαθήσεις για τη φεμινιστική απόχρωση του χαρακτήρα της, σε κάνει να αγανακτείς με τις ψευτιές της ηρωίδας της, Ανζελίκ, που τελικά ταιριάζει απόλυτα με τον αυθόρμητα διπρόσωπο αυλικό playboy Κώστα Κουτσολέλο. Η πιο διακριτική ύπαρξη του αινιγματικού Δημήτρη Μαγγίνα ολοκληρώνει την κομπανία των ανεκδιήγητων χαρακτήρων που δημιουργούν την παιγνιώδη ατμόσφαιρα ενώ παράλληλα κάνουν ακόμα πιο έντονη την ήσυχη ειλικρίνεια του πειστικού Βασίλη Μαυρογεωργίου και του Νταντέν του.  

ΙΩΑΝΝΑ ΒΑΡΔΑΛΑΧΑΚΗ / [email protected]