Κριτική: Είδαμε την παράσταση «Οι Άτρωτοι» του Torben Betts

atrotoi
ΔΕΥΤΕΡΑ, 04 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2019

Από την Ελένη Πετάση.

Η πάλη των τάξεων είναι ένα συνηθισμένο μοτίβο στην αγγλική δραματουργία. Και σίγουρα αποτελεί τον κύριο άξονα στο έργο του Τόρμπεν Μπέτς.

Ωστόσο «Οι Άτρωτοι» (Invincible), παρότι διαπραγματεύονται ένα παγκόσμιο θέμα, έχουν ως έναυσμα την πολιτικο-οικονομική κρίση της σύγχρονης Μεγάλης Βρετανίας που εξωθεί τους ανθρώπους σε ποικίλες αντιδράσεις. Στην προκειμένη περίπτωση ένα ζευγάρι αστών, για να αντεπεξέλθει στα έξοδα διαβίωσης, αναγκάζεται να μετακομίσει σε μια εργατική συνοικία του Βόρειου Λονδίνου.

 Και δεν είναι αυτός ο μοναδικός λόγος. Γιατί η Έμιλυ (Μαριλίτα Λαμπροπούλου), μια γυναίκα αντισυμβατική, με έντονες πεποιθήσεις τόσο για την πολιτική όσο και για την τέχνη (η ίδια είναι εικαστικός), που δεν πιστεύει στα δεσμά του γάμου και έχει μια «ρομαντική» διάθεση αντιμετώπισης των πραγμάτων, είναι επίσης ενεργή ακτιβίστρια η οποία θεωρεί ότι μπορεί να υπάρξει απόλυτη σύμπνοια ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές τάξεις. Και όπως αναφέρει επιθυμεί να μεγαλώσει τα παιδιά της δίπλα «σε πραγματικούς ανθρώπους».

Αντίθετα, ο σύζυγός της Ολιβερ (Μιχάλης Μαρκάτης),  πρώην δημόσιος υπάλληλος, γόνος πλούσιας οικογένειας, αν και φιλελεύθερος, είναι έτοιμος να συμβιβαστεί σε κάθε περίσταση.

Στη συνάντησή τους με το ζευγάρι της διπλανής πόρτας, ωστόσο, όλα ανατρέπονται. Η Ντων (Ειρήνη Μπαλτά), μια ανικανοποίητη από τη συζυγική ζωή της, γραμματέας οδοντιατρείου, και ο άξεστος Άλαν (Γιάννης Μπουραζάνας), ταχυδρόμος που λατρεύει την μπύρα, το ποδόσφαιρο και την πατρίδα, στο όνομα της οποίας πολεμάει ο γιος του, σύντομα έρχονται σε αντιπαράθεση με τους εκλεπτυσμένους γείτονες τους.

Με αποκορύφωμα την εξ αμελείας δολοφονία του λατρεμένου γάτου του, Άλαν - που πήρε το όνομά του από το περίφημο άτρωτο πολεμικό αεροπλάνο invincible -  την προσβλητική αντιμετώπιση της Έμιλυ για την καταστροφική απόπειρα ζωγραφικής του αλλά και την απιστία της Ντων με τον Όλιβερ.

Κανείς τους, εν τέλει, δεν είναι άτρωτος.

Ο  Βρετανός συγγραφέας θέτει πολλά ερωτήματα: Μπορεί άραγε κάποιος να συμβιβάσει την προσωπική του ακεραιότητα προς όφελος τόσο ανορθόδοξων σχέσεων;  Γίνεται να υπερβεί τις ταξικές διαφορές που μεταφράζονται σε σύγκρουση ιδεολογίας και κουλτούρας προκειμένου να διατηρήσει την ισορροπία ανάμεσα σε δύο αντίθετα άκρα; Έστω και αν όλοι οι ήρωες το μόνο που έχουν κοινό είναι η ανάγκη να αναθεωρήσουν τη ζωή τους, να γεφυρώσουν τα χάσματα, να αναζητήσουν καταφύγιο αγάπης. Το μεστό κείμενο με πλήθος ανατροπές, δυνατούς διαλόγους και εντάσεις, εκμαιεύει συγκίνηση αλλά και χιουμοριστική ελαφράδα. Μόνο στο τέλος γίνεται περισσότερο μελοδραματικό από όσο χρειάζεται.

 Ο Σταύρος Στάγκος έδωσε μια καθαρή, ρεαλιστική παράσταση αναδεικνύοντας μικρές λεπτομέρειες και προσφέροντας κάποιες σκηνές αυθεντικού γέλιου.

Είχε στη διάθεση του τέσσερις ικανούς ηθοποιούς.

Η Μαριλίτα Λαμπροπούλου, σε μία από τις καλύτερες ερμηνείες της, σκιαγράφησε το γεμάτο ρωγμές πορτραίτο της διανοούμενης, αντιδραστικής αστής αφήνοντας έκθετες πινελιές του προσωπικού της δράματος σε συνδυασμό με τις διακυμάνσεις της ορμητικής φύσης της.

Πειστικός ο Μιχάλης Μαρκάτης στην προσπάθεια του να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα.

Ενδιαφέρουσα η ανήσυχη προσωπικότητα της λαϊκής γυναίκας που πλάθει η Ειρήνη Μπαλτά καθώς διέπεται από την ανάγκη εξερεύνησης του εαυτού σε όλα τα επίπεδα και εμπλέκεται σε περιπέτειες με το ανάλογο κόστος.

Εξαιρετικός ο Γιάννης Μπουραζάνας στον απλοϊκό χαρακτήρα που υποδύεται. Ενας ρόλος "κομμένος και ραμμένος"  στα μέτρα του και τον οποίο αξιοποιεί στο έπακρο.

Ελένη Πετάση - [email protected]