Κριτική: Είδαμε το «Με λένε Έμμα» του Ντάνκαν ΜακΜίλαν

me-lene-emma
ΔΕΥΤΕΡΑ, 25 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2019

Από την Ελένη Πετάση.

Η Έμμα ή Σάρα ή Νίνα παλεύει με τους εφιάλτες της. Ποια είναι άραγε η πραγματική της ταυτότητα; Εκείνη που έχει βυθιστεί στις εξαρτήσεις των ναρκωτικών και του αλκοόλ ή μία ηθοποιός που ενδύεται ρόλους - όπως την Νίνα του «Γλάρου» - για να αποφύγει την πραγματικότητα.

Παραπαίοντας ανάμεσα στην ψευδαίσθηση του θεάτρου και στην τραυματική καθημερινότητα, υψώνει την κραυγή της ενάντια στο κατακερματισμένο περιβάλλον που την εξωθεί σε ακρότητες. Ποιος φταίει άραγε; Εκείνη (και κατ' επέκταση εμείς) ή ο κόσμος είναι ελαττωματικός;

Ωστόσο, η αναζήτηση ενός δρόμου ή έστω το σκαρίφημα ενός μονοπατιού που θα την βγάλει από την αυτοκαταστροφική της πορεία γίνεται αυτοσκοπός.

Στο, πρωτοεμφανιζόμενο στην ελληνική σκηνή, έργο του ΜακΜίλαν παρακολουθούμε την επώδυνη αλλά ελπιδοφόρα διαδρομή της από το έρεβος στο φως. Ενα έργο με ενδιαφέρον θέμα αλλά φλύαρο και υπερβολικά - ιδίως στο τέλος - μελοδραματικό, καθώς πέρα από τον εν γένει διαλυμένο κοινωνικό ιστό που υποδεικνύει, επιχειρεί να εστιάσει με απλοϊκό ψυχαναλυτικό τρόπο στη δυσλειτουργικότητα της οικογένειας.

Ωστόσο το «Με λένε Έμμα (People, Places and Things), τίτλος που δόθηκε στην ελληνική παραγωγή (μετάφραση Γιώργος Χατζηνικολάου),  είναι ένα διδακτικό, σύγχρονο κείμενο (γράφτηκε το 2015), ιδιαίτερα χρήσιμο για τους νεότερους θεατές. Αφενός τους εισάγει στην, προς αποφυγήν, σκοτεινή διαφυγή μέσω των ναρκωτικών και τις συνέπειες της και αφετέρου ευαγγελίζεται τη δυνατότητα απεξάρτησης καθώς η προσωπική δυναμική αντιμετώπιση της ηρωίδας την οδηγεί σε μία νέα συνείδηση του εαυτού της και του τοξικού κόσμου που την περιβάλλει.

Στη ρεαλιστική, φροντισμένη σκηνοθεσία της Ελένης Σκόττη όλα μοιάζουν πραγματικά. Από τις ψυχοθεραπευτικές συνεδρίες σε κάποιο κέντρο αποτοξίνωσης που ωθούν την Έμμα να πολεμήσει τις Ερινύες, την απόγνωση και τον θυμό της μέχρι την αναπαράσταση της οικογενειακής απόρριψης  στο πρόσωπό της. Ωστόσο, αν κάτι ναρκοθετεί την παράσταση  είναι  η μεγάλη, ευθύγραμμη  διάρκεια της και η άτολμη ανάπτυξη των προβλημάτων που θέτει ο συγγραφέας.

Η Μαίρη Μηνά, αν και πολύ νεότερη και λιγότερο «τσακισμένη» από την ευάλωτη, σαραντάχρονη ηρωίδα που υποδύεται, καταφέρνει να δώσει μια αξιοπρόσεχτη ερμηνεία με καθαρές γραμμές, διάστικτη  από  αλήθεια και συγκίνηση. Σε κάνει, κάποιες στιγμές, να πιστέψεις ότι, παρότι παίζουμε με σημαδεμένες τράπουλες, υπάρχει η ικανότητα να μετατρέψουμε τη βιωμένη φρίκη σε δύναμη επιβίωσης.

Η έμπειρη Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου κινείται με άνεση στους τρεις διαφορετικούς ρόλους που επωμίζεται. Κεντώντας τις λεπτομέρειες έχει μια ουσιαστική παρουσία. Ο Χάρης Τζωρτζάκης, ο Γιάννης Λεάκος και η σύντομη εμφάνιση του Ανδρέα Κοντόπουλου συνοδεύουν εύστοχα τα δρώμενα.  

Οι υπόλοιποι ηθοποιοί που ενδύονται τους μικρότερους ρόλους - Έλενα Βακάλη, Λένα Μποζάκη, Κώστας Ξυκομηνός, Ιωάννα Τζίκα, Μαρίτα Τζατζαδάκη - ακολουθώντας  την υποκριτική φόρμα που διδάσκει η σκηνοθέτης, αν και άνισοι, δίνουν, στο σύνολό τους, ένα αξιοπρεπές αποτέλεσμα.

Λιτό και λειτουργικό το περιβάλλον που δημιούργησε ο Στέλιος Γιαννουλάκης αλλά αμήχανη η αλλαγή των σκηνικών του. 

Ελένη Πετάση - petassi@otenet.gr