Κριτική: Είδαμε την παράσταση «Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα»

poios-skotose-to-skulo-ta-mesanuxta _dm_
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 22 ΜΑΡΤΙΟΥ 2019

Από την Ελένη Πετάση.

Πώς αντιμετωπίζει την κοινωνία ένας νέος άνθρωπος και μάλιστα τόσο διαφορετικός από όλους τους άλλους; Και η ιδιαιτερότητα του, που με ιατρικούς όρους έχει χαρακτηριστεί ως «Σύνδρομο Άσπεργκερ», μπορεί να υπερισχύσει των ικανοτήτων  του και να εμποδίσει την σωστή κρίση του;

Την απάντηση δίνει το έργο του Σάιμον Στήβενς «Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα» ( διασκευή του ομώνυμου μυθιστορήματος του Μαρκ Χάντον), καταρρίπτοντας τις προκαταλήψεις μας για άτομα κοινωνικά περιθωριοποιημένα λόγω της ιδιάζουσας φύσης τους.

Γιατί μπορεί ο ήρωας του να έχει προβλήματα συμπεριφοράς - δεν θέλει τη σωματική επαφή, αναζητά την απομόνωση, τον ενοχλούν οι έντονοι ήχοι, φοβάται να κυκλοφορεί μόνος του, μπερδεύει τα νοήματα - αλλά ταυτόχρονα έχει εξαιρετική μνήμη, σημαντικές γνώσεις στα μαθηματικά και την αστροφυσική, ξέρει όλες τις χώρες του κόσμου και όταν του δίνεται ένα γερό έναυσμα ξεπερνά τις δυσκολίες του κάνοντας την υπέρβασή του.

Όπως τη στιγμή που βρίσκει νεκρό τον σκύλο της γειτόνισσας του και αποφασίζει να ανακαλύψει τον δολοφόνο του.

_dm_

Παρά την έντονη αντίδραση του πατέρα του, που τον προειδοποιεί να μην ανακατεύεται σε ξένες υποθέσεις, ο δεκαπεντάχρονος Κρίστοφερ αρχίζει να σχεδιάζει τα επόμενα βήματά του. Αγαπά, εξάλλου, τα αστυνομικά μυθιστορήματα, και μια τέτοια ενασχόληση του προκαλεί περιέργεια και ενδιαφέρον. Ταυτόχρονα κρατά σημειώσεις για την εξέλιξη της έρευνάς του που η δασκάλα του στο σχολείο για προβληματικά παιδιά, η κ. Σιβόν, τις επιδοκιμάζει.

Στη διαδρομή για την εξιχνίαση του εγκλήματος έρχεται αντιμέτωπος αρχικά με τις φοβίες του - τις οποίες ξεπερνά - αλλά και με δυσάρεστες αποκαλύψεις, όπως το γεγονός ότι η μητέρα του είναι ζωντανή ενώ ο πατέρας του τον είχε πείσει πως έχει πεθάνει.

Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, με τη συνεισφορά της εύστοχης μετάφρασης της Κοραλίας Σωτηριάδου, σκηνοθετεί το έργο με ευαισθησία, οξυδέρκεια και ανατρεπτικό χιούμορ.

_dm_

Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της παράστασης, όμως, είναι ο Γιάννης Νιάρρος που πείθει ως προβληματικός Κρίστοφερ με την λιτή, ουσιαστική ερμηνεία του. Ένα ελαφρό τικ, ένα ιδιόρρυθμο περπάτημα, ένας «πειραγμένος» τρόπος εκφοράς του λόγου και ορισμένες προσεγμένες χειρονομίες του αρκούν για να μεταδώσουν την αίσθηση της απόκλισης από αυτό που θεωρούμε κανονικότητα.

Κατ' επέκταση κάποιες ανισότητες στην υποκριτική δεινότητα των υπόλοιπων ηθοποιών δεν εμποδίζουν το τελικό θετικό αποτέλεσμα.

Η Αλεξάνδρα Αϊδίνη, για παράδειγμα, παραδίδει μια τρυφερή αλλά άχρωμη Σιβόν, ο Θέμης Πάνου (πατέρας του Κρίστοφερ) δεν είναι στις καλύτερες στιγμές του και η Βάσια Χρήστου υπερβάλλει χωρίς να ελέγχει τον τόνο της φωνής της. Η Μαρία Καλλιμάνη (μητέρα του Κρίστοφερ), η Μαρία Κατσανδρή (Κα. Αλεξάντερ) και ο Θύμιος Κούκος απέδωσαν με ακρίβεια τους ρόλους τους .

Από την άλλη, αν και μια σειρά άσπρων κύβων - που αποτελούσαν το απρόσωπο σκηνικό της Μαγδαληνής Αυγερινού- παρέπεμπαν στη λειτουργία του μυαλού του κεντρικού ήρωα, η συνεχής μετακίνησή τους με στόχο την εύρυθμη εναλλαγή των σκηνών, από κάποια στιγμή και έπειτα, έγινε ενοχλητική.

Ελένη Πετάση - petassi@otenet.gr 

Info
Θέατρο Τζένη Καρέζη
Ακαδημίας 3 Αθήνα