Κριτική: Είδαμε τη «Νόρα» του Χένριχ Ίψεν

nora
ΤΡΙΤΗ, 26 ΜΑΡΤΙΟΥ 2019

Από την Ελένη Πετάση.

Ο Θόδωρος Τερζόπουλος στη δική του Νόρα (ελεύθερη απόδοση-διασκευή του Ιψενικού έργου) κατακτά ένα ψυχαναλυτικό βάθος, γερά ριζωμένο αλλά και εποικισμένο με εφιαλτικούς αιφνιδιασμούς. Τόσο που η δύναμη του σε παρασύρει σε μια διαρκή κατάσταση εγρήγορσης, σε περικυκλώνει με ένα αίσθημα αδιεξόδου και πνιγμού, δίνει μια γροθιά στο στομάχι.

Η Νόρα είναι μια γυναίκα  εγκλωβισμένη στην οικογενειακή εστία, ενταγμένη σε ένα σύστημα όπου μόνη αξία είναι η υποταγή, ένα «καναρινάκι» που κελαηδάει όταν ο σύζυγός της την προστάζει, μια κούκλα που εκτονώνει τον ψυχαναγκασμό της καταναλώνοντας με απληστία υλικά αγαθά.

Μέχρι τη στιγμή που εκείνος θα αρρωστήσει  και εκείνη, σπαραγμένη από ενοχές, θα προσπαθήσει να τον σώσει ξεπουλώντας τον εαυτό της και αφήνοντας ταυτόχρονα ελεύθερες τις στρεβλές, απωθημένες επιθυμίες της. Όλα όμως έχουν ένα τίμημα. Ο Τόρβαλντ αποδεικνύεται αγνώμων αλλά και ένας γελοίος νάρκισσος που ενδιαφέρεται μόνο για το τι θα πει ο κοινωνικός του περίγυρος. Ο γάμος τους είναι μια παρωδία, ένα συναινετικό παιχνίδι ψεύτικων συναλλαγών.

Τότε η Νόρα κάνει την υπέρβασή της. Αποδρά από το «Εγώ» της, προάγει την ανταρσία σε επανάσταση και αφήνοντας για πάντα πίσω της την «αγία» οικογένεια, προχωρά προς την αυτογνωσία, βυθίζεται στο άγνωστο. Το άγνωστο που συνορεύει με τον θάνατο και που αποδίδεται μοναδικά στην τελευταία ιδιοφυή σκηνή της παράστασης.

Ο Θόδωρος Τερζόπουλος, εξοβελίζοντας οποιοδήποτε νατουραλιστικό στοιχείο, αποτυπώνοντας με απόλυτη γεωμετρία τις εικόνες που του φέρνουν οι λέξεις και απελευθερώνοντας την ενέργεια του σώματος, προικίζει την παράσταση του με μια προσωπική σκηνική «θρησκεία».

Και πιο συγκεκριμένα συμπυκνώνει σοφά το Ιψενικό κείμενο εξορύσσοντας την ουσία του και δημιουργεί ένα εξαιρετικό νέο έργο τέχνης, ποιητικό, υπαινικτικό και κρυπτικό, που ξεβράζει την ψυχική άβυσσο των τριών κεντρικών χαρακτήρων του (Νόρα, Τόρβαλντ, δανειστής) και την κοινωνική ασφυξία που τους περιβάλλει.

Μέσα σε μία μίνιμαλ εγκατάσταση αισθητικής αρτιότητας, με άσπρες πόρτες που διαδέχονται η μία την άλλη και ανοιγοκλείνουν αποκαλύπτοντας την κόλαση των ηρώων, η Σοφία Χίλ αποτυπώνει αρχικά - με ακαριαίες, μετέωρες φράσεις - την αψιά φιλαρέσκεια μιας επίπλαστης και μολυσμένης από το χρήμα γυναίκας, καθηλωμένης φοβικά στο ζυγό των εξουσιαστικών σχέσεων.

Για να οπισθοχωρήσει στη συνέχεια στις ρίζες της ύπαρξης της μέχρι το μεταφυσικό τους πυρήνα και να  εκραγεί με έναν καθηλωτικό μονόλογο τον οποίο εκφράζει τόσο με τις αποχρώσεις της φωνής της όσο και με την παλλόμενη αναρχία του σώματος της. Η υπέροχη ηθοποιός ταλαντεύεται στον ρυθμό της αναπνοής της, μαγεύει με την αιλουροειδή κίνησή της, γλιστρά από τον θυμό στο θρήνο, πυρπολεί την ατμόσφαιρα με τον ψυχικό της κλειδωνισμό, μας παρασύρει στην  ανάφλεξη των συναισθημάτων της.

Δίπλα της ο Αντώνης Μυριαγκός (Τόρβαλντ) και ο Τάσος Δήμας (δανειστής Κρόγκσταντ) ακολουθούν πιστά την τόλμη της σκηνοθετικής γραφής δίνοντας έμφαση σε ανεπαίσθητες λεπτομέρειες που καταγράφονται στη μνήμη μας (το αποτύπωμα ενός χεριού στην λευκή επιφάνεια, ένα σαρδόνιο γέλιο που διασπά τη σιωπή, λέξεις που γεμίζουν ρωγμές φόβου κ.ά.), ενώ η μουσική του Παναγιώτη Βελιανίτη συνοδεύει εύστοχα τα δρώμενα προσδίδοντάς τους, και από την πλευρά του, το απαιτούμενο βάθος.

Indo
Θέατρο Άττις
Λεωνίδου 7, Μεταξουργείο, Αθήνα.