Η Σοφία Διονυσοπούλου μας συστήνει την παράσταση «Ρασόμον. Η εκδοχή της αλογόμυγας»

dionysopoulousofia
ΤΡΙΤΗ, 05 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2021

Λίγο πριν την πρεμιέρα της παράστασης «Ρασόμον. Η εκδοχή της αλογόμυγας», η δημιουργός μας μιλά για την ιστορία, τα νοήματα, την ψυχαναλυτική διάσταση του έργου και για την πάλη των ηρώων.

Το Ρασόμον. Η εκδοχή της αλογόμυγας είναι εμπνευσμένο από τα διηγήματα του Ρυονόσουκε Ακουτάγκαβα. Στο σύσκιο με τα μπαμπού και Ρασόμον. Στο ελληνικό κείμενο προστίθεται ως μάρτυρας ένα υπερρεαλιστικό στοιχείο, η αλογόμυγα, και ο πεζός λόγος γίνεται ποιητικός, άλλοτε υπό μορφή ατάκας και άλλοτε υπό τη μορφή χορικού. Οι ήρωες βγαίνουν από το θάνατο σε έναν κατεστραμμένο, μη αναγνωρίσιμο τόπο και παλεύουν με τα ένστικτα, τη φύση και τις ενοχές τους.  

Ο μύθος ξετυλίγεται επί σκηνής και επανέρχεται εμμονικά στο ίδιο σημείο, με τα εμπλεκόμενα πρόσωπα να αμφισβητούν το ένα το άλλο αλλά ποτέ τον εαυτό τους και το μάρτυρα να μαρτυρεί και να ξευδομαρτυρεί. Η αλήθεια δεν διαφαίνεται ποτέ διότι δεν αναζητάται ─αμφίβολο είναι ακόμη και το αν υπήρξε φόνος─ και κάθε πρόσωπο δεν παρεκκλίνει ποτέ από την αρχική γραμμή που έχει ορίσει, επιζητώντας για κάθαρση την τιμωρία.

 Μπλεγμένοι όλοι σε έναν αέναο χορό, κινούνται ως ανδρείκελα που επιχειρούν να ορίσουν τη Μοίρα, παίζοντας ένα παιχνίδι εντυπώσεων, όπου κανείς δεν βγαίνει νικητής, αφού αθωότητα δεν υπάρχει «ακούγεται το κλάμα ενός μωρού. Αθώου. Παρατημένου. Μέσα στο θρήνο του φωλιάζει μια αγριόγατα». Μέρος της ίδιας της φύσης ο άνθρωπος, ενδύεται την ομορφιά και τη μανία της και οι πράξεις του αποτελούν φυσικά αποκυήματα της ίδιας.

Οι ήρωες δεν αγγίζονται σχεδόν ποτέ, δίνοντας την εντύπωση πως βρίσκονται μεν εκεί, αλλά ταυτόχρονα και σε ένα παράλληλο σύμπαν, όπου κάτι συνέβη ή δεν συνέβη πριν, κάτι θα συμβεί ή δεν θα συμβεί μετά και κάπου οι ζωές τους ίσως διασταυρώνονται στο σκοτεινό δάσος των ενστίκτων και στην γκρεμισμένη Πύλη των μεγαλείων του ανθρώπινου γένους, στον τωρινό ή μελλοντικό τάφο των απόκληρων της σακατεμένης κοινωνίας.

Στο Ρασόμον. Η εκδοχή της αλογόμυγας έχουμε δύο πιθανούς δολοφόνους, εκ των οποίων η μία είναι μοιχός ή ατιμασμένη βιασθείσα και ο άλλος ερωτευμένος ή βιαστής ληστής. Από τους μάρτυρες του διηγήματος έχουν κρατηθεί μόνο ο ξυλοκόπος και το μέντιουμ που μιλάει εκ μέρους του νεκρού, απ’ όπου μαθαίνουμε την εκδοχή της αυτοκτονίας. Στην παράσταση προστίθεται η αλογόμυγα που μύρισε το αίμα του νεκρού, αλλά που δεν διαθέτει φωνή, και η πολυπρισματική όρασή της είναι θολή. Επιπλέον συσκοτίζεται η εκδοχή του νεκρού, με τη γυναίκα να παίζει και το ρόλο του μέντιουμ, τη στιγμή όμως που όλοι περιμένουν να φανεί η αλογόμυγα, η οποία παραμένει το φόβητρο της αποκάλυψης και το πραγματικό φάντασμα μέχρι τέλους.

Με μουσική και εικαστική προσέγγιση, οι ηθοποιοί κινούνται ως άγνωστα και άχρονα όντα, κομμάτια ενός εφιάλτη δικού τους ή των θεατών, σε χοροχρόνο άνευ σημασίας. Όσο για το θεατή καλείται να συμμετάσχει και, είτε μένοντας στην επιφάνεια να παίξει φτιάχνοντας τη δική του εκδοχή, είτε να καταβυθιστεί στις προσωπικές του σκοτεινιές. 

Πέρα από την ψυχαναλυτική διάσταση του έργου, η οποία είναι σαφής από την αρχή μέχρι το τέλος, και την εμμονική μη αναζήτηση της αλήθειας αλλά της τιμωρίας, το Ρασομόν. Η εκδοχή της αλογόμυγας φιλοδοξεί να δείξει και μια κοινωνική διάσταση. Την απολέπιση των αξιών, των κατατρεγμό των αδύνατων ─κατηγορούμενος ευθύς εξαρχής είναι ο ληστής─, τη δύναμη του απλού ανθρώπου και την απαξίωση της γυναίκας: «Δαίμονας. Χαμένο κορμί. Χαμένο μυαλό. Χαμένα αιώνιο θηλυκό».