Η Μαντώ Γιαννίκου μικρή ονειρευόταν να παίξει με τον Dustin Hoffman

manto-giannikou
ΤΕΤΑΡΤΗ, 13 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2021

Μετά από δύο sold out σεζόν στο Εθνικό , το «Ξύπνα Βασίλη» επανέρχεται και η ηθοποιός της παράστασης, Μαντώ Γιαννίκου, μας μιλά για το έργο, το θέατρο και τη ζωή της.

Από τενίστρια με σπουδές στο ΕΜΜΕ κατέληξε στο σανίδι. Η Μαντώ Γιαννίκου συμμετέχει ως Ντίνα στο έργο που έγραψε ο Δημήτρης Ψαθάς και ανεβάζει ο σκηνοθέτης Άρης Μπινιάρης. Λίγο πριν την πρεμιέρα, η επί σκηνής Ντίνα μάς μιλάει για την πορεία της ως το Θέατρο Ιλίσια.

Ας ξεκινήσουμε από την αρχή. Τι σπουδές έχεις κάνει; Πού γεννήθηκες και πού ζεις σήμερα;

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Μαρούσι. Παρότι δεν έχω ζήσει στην επαρχία, είμαι πολύ δεμένη με τους τόπους καταγωγής μου, την Άνδρο και το Αγρίνιο, οι περισσότερες μνήμες από την παιδική μου ηλικία βρίσκονται εκεί. Είμαι απόφοιτη του τμήματος ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών και παράλληλα σπούδασα θέατρο. Τα τελευταία εννέα χρόνια ζω στην Κυψέλη μαζί με το σύντροφό μου, το σκύλο μου και τον γάτο μου.

Μικρή τι ήθελες να γίνεις;

Ήθελα διακαώς να γίνω τενίστρια. Με τον αθλητισμό ασχολήθηκα από την ηλικία των 5-6 ετών περίπου και για πολλά χρόνια ήταν η απόλυτη προτεραιότητά μου. Είχα σχεδόν καθημερινές προπονήσεις, συμμετείχα σε αγώνες και η ομάδα μου ήταν (και εξακολουθεί να είναι) η δεύτερη οικογένειά μου.

 Θυμάσαι τη στιγμή που αποφάσισες  ότι θα ασχοληθείς επαγγελματικά με το θέατρο; Υπήρξε κάποια αφορμή; Κάποια παράσταση που είδες; Κάποιο γεγονός;

Μέχρι την ηλικία των 20 χρόνων, το ενδιαφέρον μου για την υποκριτική ήταν πολύ συγκεχυμένο και ασαφές. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι είχα ερωτευτεί τον Ντάστιν Χόφμαν από κάποιες ταινίες που είχα δει και φαντασιωνόμουν ότι κάπως θα καταφέρω να τον γνωρίσω. Κατά τα άλλα, η πορεία μου έμοιαζε προδιαγεγραμμένη. Είχα μπει στο Πανεπιστήμιο, παράλληλα εργαζόμουν στην ΕΡΤ και, εντελώς τυχαία, βρέθηκα στην ερασιτεχνική ομάδα του Λαϊκού Θεάτρου Νέας Ερυθραίας, όπου δάσκαλος και σκηνοθέτης τότε ήταν ο Νίκος Μπουσδούκος. Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος! Ο Νίκος μου έμαθε να αγαπώ και να σέβομαι τη θεατρική διαδικασία από το μηδέν, τις πρόβες, τα χειροποίητα σκηνικά και κοστούμια, την ομάδα, τη φροντίδα του χώρου. Τα δυόμιση χρόνια που έμεινα εκεί είναι από τα πιο ευτυχισμένα της ζωής μου. Μετά από αυτό, όλα ξεκαθάρισαν στο κεφάλι μου, δεν υπήρχε πια περιθώριο αναβολής. Αποφάσισα να εγκαταλείψω κάθε σχέδιο που είχα μέχρι τότε και να σπουδάσω θέατρο. Στο Νίκο χρωστάω αυτή την υπέροχη στροφή στη ζωή μου και μέχρι σήμερα εξακολουθεί να είναι ένας από τους σημαντικότερους ανθρώπους για μένα.

Ποιες είναι οι θεατρικές/καλλιτεχνικές σου επιρροές;

Ο Βασίλης Παπαβασιλείου λέει πως το θέατρο συνδιαλέγεται με οτιδήποτε δεν είναι θέατρο. Έτσι είναι. Εμένα με συγκινεί εξίσου ο Τσέχωφ, ο Σαίξπηρ, ο Λέοναρντ Κοέν, τα πολυφωνικά τραγούδια, ο Μόμπι Ντικ του Μελβίλ, ο Βέρθερος του Γκαίτε, ο χορός της Σιλβί Γκιγιέμ, ο Ρίτσος και ο Λειβαδίτης, οι ιστορίες που λέγονται πάνω στο κρασί, τα παιδικά παραμύθια, το κυριακάτικο τραπέζι, η φασαρία της Αθήνας, τα ζώα, η φύση και πολλά ακόμη. Τα πάντα επιδρούν στον τρόπο που αντιλαμβάνομαι το θέατρο αλλά και την ίδια τη ζωή.

Μίλησέ μου για την παράστασή σου, ποια είναι η ιστορία που παρακολουθούμε; 

Πρόκειται για μια -ας πούμε- κωμωδία του μαιτρ του είδους Δημήτρη Ψάθα. Ο Βασίλης, υπεύθυνος εκδοτικού οίκου, συντηρητικός και λάτρης των αφεντικών, έχει εναποθέσει τις ελπίδες βελτίωσης της ζωής του στα λαχεία. Ο συνάδελφός του Μάνος, με τον οποίο έχουν εκ διαμέτρου αντίθετες αντιλήψεις, του κάνει τη ζωή δύσκολη. Τα φέρνει, όμως, έτσι η ζωή που ο Μάνος γνωρίζεται με τη Ντίνα, την αδερφή του Βασίλη και παντρεύονται. Και ενώ έχουν πια καταφέρει να κάμψουν τις συντηρητικές του πεποιθήσεις, ένα λαχείο και μια απόλυση έρχεται να φέρει τα πάνω κάτω. Ο Βασίλης τρελαίνεται και η οικογένειά του πλουτίζει. Αυτό που θα συναντήσει ο Βασίλης όταν πια βγει από το φρενοκομείο, δεν έχει καμία σχέση με αυτό που ήξερε.

Ποια η ιδιαιτερότητα της παράστασης; Και ποια η επικαιρότητά της;

Ένα στοιχείο που, νομίζω, καθιστά την παράσταση επίκαιρη είναι ότι πραγματεύεται το διαχρονικό ζήτημα της σύγκρουσης της ιδεολογίας με την πραγματικότητα, της συνέπειας λόγων και έργων. Πόσο μετατοπίζεται, συντηρητικοποιείται και διαφθείρεται ο άνθρωπος που αποκτά ξαφνικά εξουσία (είτε μιλάμε για χρήματα από ένα λαχείο είτε για κάποια θέση εξουσίας); Πόσο απέχουν τα λόγια που λέμε άκοπα και ανέξοδα από τη στάση που καλούμαστε να κρατήσουμε όταν αλλάζουν οι συσχετισμοί και το απαιτούν οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες; Ένα δεύτερο στοιχείο που κάνει την παράσταση επίκαιρη είναι η εξατομίκευση του ανθρώπου μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία, η απώλεια της συλλογικής συνείδησης και η αίσθηση ότι είμαστε μόνοι/μόνες, κλεισμένοι-νες στα σπίτια μας, αποκομμένοι-νες όλο και περισσότερο από τα κοινά. Οι χαρακτήρες της παράστασης είναι όλοι τους βαθιά μόνοι και, ως εκ τούτου, βαθύτατα νευρωτικοί, πρωταγωνιστές του εαυτού τους, απόλυτα αποκομμένοι από το «εμείς». Η ιδιαιτερότητα της σκηνοθετικής προσέγγισης του Άρη, που βασίζεται στον αδυσώπητο ρυθμό, αναδεικνύει αυτήν ακριβώς τη νεύρωση ως αρρώστια της εποχής μας.

Τι θέατρο θέλεις να κάνεις;

Εμένα με ενδιαφέρει η Συνάντηση, το μοίρασμα κοινών αγωνιών και προβληματισμών, με ενδιαφέρει να ακούω και να λέω ιστορίες που θα με κρατούν ανθρώπινη μέσα σε απάνθρωπες εποχές. Η τέχνη που με αφορά είναι εκείνη που σπάει τις αντιστάσεις μου και εισβάλλει στην ψυχή μου, με μετατοπίζει, με αλλάζει, μου ξυπνά την περιέργεια να θέλω να καταλάβω τον παράλογο κόσμο μέσα στον οποίο ζω. Η τέχνη που με αφορά είναι εκείνη που οδηγεί στην ανθρώπινη χειραφέτηση.

Σε τι φάση σε πέτυχε καλλιτεχνικά το lockdown;

Είχαμε μόλις ολοκληρώσει τη δεύτερη χρονιά του Ξύπνα Βασίλη στο Εθνικό και συμφωνήσαμε να συνεχιστεί και τρίτη χρονιά, αλλά τα σχέδια πάγωσαν. Επίσης, η κυκλοφορία της ταινίας μικρού μήκους «Στα βήματά της» όπου συμμετείχα, συνέπεσε με το πρώτο lockdown και, ως εκ τούτου, προβλήθηκε πολύ λιγότερο από το αναμενόμενο, λόγω κλειστών κινηματογράφων. Μια δεύτερη παράσταση στην οποία επρόκειτο να είμαι αναβλήθηκε κι αυτή, όταν ήρθε το δεύτερο lockdown. Στην πραγματικότητα, η καραντίνα διέκοψε πολλά σχέδια και -κυρίως- ανέκοψε την ορμή και τη φόρα μας, όλου του κλάδου εννοώ.

Πώς βίωσες την περίοδο της καραντίνας;

Στην αρχή όλο αυτό ήρθε σαν ένα τεράστιο σοκ για μένα. Σταμάτησα να εργάζομαι, όλες οι δραστηριότητες που είχα εκτός σπιτιού διεκόπησαν, δεν έβλεπα τους ανθρώπους μου. Θυμάμαι ότι καθόμουν μουδιασμένη στον καναπέ και δεν ήξερα τι να με κάνω. Είχα τρομερή ένταση και θυμό που δεν μου επέτρεπαν να διαβάσω, να συγκεντρωθώ σε οτιδήποτε, να αξιοποιήσω δημιουργικά τον χρόνο μου. Βυθίστηκα σε μια άγονη καθημερινότητα. Ακόμα και οι συνθήκες μέσα στο σπίτι άλλαξαν. Ο σύντροφός μου είναι εκπαιδευτικός και η δική του εργασία τριπλασιάστηκε λόγω του καινούριου και τελείως άγνωστου πεδίου που λέγεται τηλεκπαίδευση. Αυτός, λοιπόν, δούλευε όλη μέρα κι εγώ καθόμουν ήσυχα για να μην ενοχλώ κι έβραζα στο ζουμί μου. Άργησα πολύ να ηρεμήσω. Τελικά θα έλεγα ότι τα κατάφερα. Ξεκίνησα νέες δραστηριότητες, ξεκίνησα πιάνο, διάβασα πολύ, περπάτησα πολύ και λοιπά. Ας πούμε ότι προσαρμόστηκα αλλά δεν ξέχασα ποτέ ότι όλο αυτό που ζούμε δεν είναι ούτε φυσιολογικό ούτε υγιές για τους ανθρώπους.

@Patroklos_Skafidas
Πώς οφείλουν οι άνθρωποι της Τέχνης να λειτουργήσουν και να δράσουν αυτή την περίοδο ώστε να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες και μείνουν ζωντανοί;

Η φράση «προσαρμογή στις συνθήκες» με τρομάζει και κάπως με απωθεί. Καταλαβαίνω, φυσικά, ότι πρέπει να βρεθεί πρακτικός τρόπος να επιβιώσουμε εντός των δοσμένων συνθηκών, αλλά από την άλλη, οι συνθήκες διαρκώς μας «μικραίνουν». Κονταίνει ο νους μας, κονταίνει η ανάσα μας και καταλήγουμε να προσπαθούμε να «χωρέσουμε» σε κάτι που δε μας χωράει. Οι άνθρωποι της Τέχνης, όπως και όλοι οι εργαζόμενοι άνθρωποι άλλωστε, οφείλουν, νομίζω, να διεκδικούν. Όχι μόνο καλύτερους όρους εργασίας, αλλά καλύτερους όρους ζωής και δημιουργίας. Ειδικά οι εργαζόμενοι-ες στις τέχνες πρέπει να είναι συνεχώς αυθάδεις και ταυτόχρονα ευαίσθητοι-ες και ευγενείς. Δεν θα έπρεπε οι άνθρωποι να προσαρμόζονται στις συνθήκες, αλλά αντίθετα οι συνθήκες να προσαρμόζονται στους ανθρώπους.

Φοβάσαι ότι οι δυνατότητες που προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες μπορεί μακροπρόθεσμα να πλήξουν το θέατρο, το σινεμά, τη μουσική, την τέχνη γενικότερα; Μήπως το κοινό συνηθίσει την εξ αποστάσεως πολιτιστική εμπειρία, όπως για παράδειγμα συμβαίνει ήδη στο σινεμά λόγω της δημοφιλίας των πλατφόρμων streaming;

Παρότι ομολογώ ότι δεν συμπαθώ καθόλου το live streaming, δεν φοβάμαι ότι θα πληγούν οι παραστατικές τέχνες. Οι εργαζόμενοι-ες φοβάμαι ότι θα πληγούν, λόγω του νομικού κενού που υπάρχει αναφορικά με τα δικαιώματα προβολής και τις αμοιβές τους. Το streaming, το διαμεσολαβημένο καλλιτεχνικό βίωμα, απέχει παρασάγγας από τη δια ζώσης εμπειρία. Μια live streaming παράσταση δεν είναι ακριβώς θέατρο, είναι η πληροφορία αυτού. Η συνεκτική και ουσιαστική διάσταση των παραστατικών τεχνών είναι η συνάντηση και αυτό, πιστεύω, το αντιλαμβάνεται πολύ καλά το κοινό και το αποζητά. Άλλωστε, μην ξεχνάμε ότι το θέατρο έχει επιβιώσει τόσους αιώνες. Θα τα καταφέρει και τώρα, είμαι σίγουρη. Η τεχνολογία μας προσφέρει πολύτιμες δυνατότητες, αλλά πρώτη ύλη είναι ο άνθρωπος και έχω την αισιοδοξία ότι πάντα θα υπάρχει η ανάγκη να σταθούν οι άνθρωποι ο ένας απέναντι στον άλλο, είτε μέσα στην θεατρική αίθουσα είτε έξω από αυτήν.

Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που θα κάνεις όταν τελειώσει όλη αυτή η κατάσταση που έχει προκαλέσει η πανδημία;

Θα αγκαλιάζω και θα φιλάω κόσμο σα να μην υπάρχει αύριο, θα βουτάω με τα δάχτυλα το ψωμί μου στη χωριάτικη χωρίς τύψεις, δε θα ξαναβάλω μάσκα ούτε στις Απόκριες.

Επόμενα σχέδια;

Η περίοδος που διανύουμε δυστυχώς δεν μου επιτρέπει να κάνω και πολλά σχέδια. Ας είμαστε καλά, ας πάει καλά αυτή η σεζόν χωρίς «άνοιξε-κλείσε» και βλέπουμε. Επιθυμία μου είναι να δουλεύω πολύ, με ήθος και συνέπεια και να συνεργάζομαι με όμορφους ανθρώπους.

Ποιο είναι το κρυφό σου όνειρο που θα ήθελες να γίνει πραγματικότητα;

Α, έχω πολλά τέτοια όνειρα. Να φτιάξω ένα υπερσύχρονο καταφύγιο για αδέσποτα, να ταξιδέψω πολύ, να γνωρίσω τελικά τον Ντάστιν Χόφμαν, να καταφέρω κάποτε να παίξω Σοπέν χωρίς να τρίζουν τα κοκαλάκια του, να δω από κοντά φάλαινες στον ωκεανό και άμα το σκεφτώ κι άλλο, η λίστα δεν τελειώνει!