Είδαμε την εκπληκτική παράσταση «Η λέξη πρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα»
Στο θέατρο Μπέλλος, σε σκηνοθεσία Αικατερίνης Παπαγεωργίου.
Πόσο στοιχίζει ο ανθρώπινος πόνος, αν στοιχίζει, και πόσο η ανθρώπινη αξιοπρέπεια; Αυτά τα ερωτήματα δεν έχουν πραγματική απάντηση αν δεν τεθούν στη σαρωτική συνθήκη του πολέμου. Εκεί όπου όλα καταρρέουν για να μην μείνει τίποτα. Όπως σχεδόν τίποτα δεν έχει απομείνει στο σπίτι όπου γυρίζουν οι ήρωες της παράστασης «Η λέξη πρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα», που παρουσιάζεται από την ομάδα The Young Quill στο θέατρο Μπέλλος, σε σκηνοθεσία Αικατερίνης Παπαγεωργίου.
Το έργο
Δύο ηλικιωμένοι άνθρωποι, ο Βίγκαν (Δημήτρης Πετρόπουλος) και η Γιάσμινσκα (Μάνια Παπαδημητρίου), που έφυγαν για να ξεφύγουν από την μανία και την ασυδοσία του πολέμου γυρίζουν μετά το τέλος του στο σπίτι τους. Ή σε κάτι που μοιάζει με το σπίτι τους: σε μία κατοικία πληγωμένη από τους βομβαρδισμούς, που γέρνει υπό το βάρος της μεγάλης απώλειας της οικογένειας, του γιου, Βίμπκο (Τάσος Λέκκας). Και στην πατρίδα τους. Ή σε κάτι που μοιάζει με την πατρίδα τους: με νέα σύνορα, εθνικό ύμνο και ήθη, με γείτονες που είχαν μεταστραφεί σε εχθρούς για να γίνουν κάτι χειρότερο πια, εκμεταλλευτές.
«Ευτυχισμένη είναι η μάνα που ξέρει πού είναι θαμμένο το παιδί της»
Δεν γυρίζουν για να κάνουν μια νέα αρχή. Η όποια πρόοδος για αυτούς είναι κενή νοήματος. Είναι άλλωστε τόσο το αίμα που έχει ποτίσει τα χώματα του τόπου τους, διαχρονικά. Γυρίζουν για να θάψουν τον γιο τους. Αν τον βρουν. Αυτό γίνεται ο στόχος της ταλαίπωρης ζωή τους. Να έχουν ένα τάφο για θρηνούν το παιδί τους. Σε αυτούς του τόπους «ευτυχισμένη είναι η μάνα που ξέρει πού είναι θαμμένο το παιδί της», όπως ακούγεται στην παράσταση.

Ποιους τόπους; Αυτό δεν το μαθαίνουμε, το συμπεραίνουμε. Το συγκλονιστικό κείμενο του Ματέϊ Βίζνιεκ που μεταφέρεται στη σκηνή, η χρονολογία συγγραφής και η καταγωγή του, παραπέμπουν στη Γιουγκοσλαβία, την μεγάλη πληγή της ιστορίας των Βαλκανίων, εκεί όπου ξύπνησαν όλα τα ανθρώπινα ένστικτα σε μια δίνη με οσμή θανάτου που μέχρι σήμερα μυρίζει ως κακοφορμισμένο τραύμα.
Σουρεαλισμός και ποίηση
Αυτή η σπαρακτική ιστορία αποκτά μια σουρεαλιστική παρέμβαση που καταφέρνει όχι μόνο να αποφορτίσει την ένταση αλλά να υπογραμμίσει ακόμα περισσότερο τον πόνο των ηρώων και το δραματικό στοιχείο της παράστασης. Ήδη από την αρχή βλέπουμε δύο στρατιώτες από αντίπαλα στρατόπεδα να βρίζονται αλλά και να ενδιαφέρονται ο ένας για τον άλλο. Μέσα από τις αντιφάσεις τους μαθαίνουμε ότι είναι ο Βίμπκο και ο άντρας της αδερφής του. Είναι η τελευταία φορά που θα δούμε ζωντανό στη σκηνή τον Βίμπκο, η αναζήτηση των οστών του οποίου αποτελεί το επίκεντρο της ιστορίας.
Σε αυτή την αναζήτηση, την οποία σε πρακτικό επίπεδο επιτρέπει η κόρη του ζευγαριού Ίντα (Ελίζα Σκολίδη) που έχει πέσει θύμα κυκλώματος trafficking στην Ιταλία (σε μια άλλη συνέπεια του πολέμου), δεν τηρείται με συνέπεια η ρεαλιστικά δραματική εξιστόρηση. Αντιθέτως, η ιστορία έχει δημιουργικές «φούσκες» από σουρεαλιστικά και παράλογα περιστατικά που παραπέμπουν στο θέατρο του παραλόγου, ενώ παράλληλα αξιοποιούνται το υπερφυσικό στοιχείο και ο μαγικός ρεαλισμός.

Ο κόσμος του Ματέι Βίζνιεκ είναι πέρα για πέρα αληθινός. Και ο τρόπος που η Αικατερίνη Παπαγεωργίου το αποδίδει στη σκηνή με φαντασία και ευαισθησία, επενδύοντας στο γκροτέσκο στοιχείο και την υπερβολή αλλά και ταυτόχρονα στην ποίηση και τον λυρισμό αναδεικνύει τη φρίκη του πολέμου αλλά και το τίμημα της όποιας προόδου υποτίθεται πως επιφέρει, με ένα τρόπο που τρυπώνει στην ουσία τους, υπενθυμίζοντάς μας, και πολύ περισσότερο σήμερα, πως μας αφορά όλους.
Ένα πολύπλοκο και δύσκολο έργο που θα μπορούσε να αποδειχθεί παγίδα γίνεται μια εξαιρετική παράσταση πολιτικού θεάτρου στα χέρια της, ένα βάλσαμο αλλά και προειδοποίηση για το κοινό.
Οι ερμηνείες
Από την παράσταση δεν ξεχωρίζει κάποια ερμηνεία, απλά γιατί όλες είναι εκπληκτικές, με διαφορετικό τρόπο φυσικά ο κάθε ηθοποιός στον ρόλο που αναλαμβάνει. Μάλιστα όλοι τους αναλαμβάνουν διπλούς ρόλους.
Η Μάνια Παπαδημητρίου μας βυθίζει στο πένθος της καθώς αναζητά το παιδί της αλλά μας μπάζει και στον σκληρό κόσμο της πορνείας. Σπαρακτική στον ένα ρόλο, δίχως ίχνος συναισθήματος στον άλλο.
Ο Δημήτρης Πετρόπουλος είναι η ήσυχη δύναμη του λιγομίλητου πατέρα που σκάβει και ξανασκάβει λάκκους αναζητώντας τον γιο του αλλά και ο άνθρωπος που διώχνει την Ίντα από το στέκι της γιατί του χαλάει την πιάτσα. Συγκλονιστικός ως πατέρας που ακούει στωικά όλες τις εξοργιστικές προτάσεις όσων θέλουν να τον «βοηθήσουν» στην αναζήτησή του.
Η Ελίζα Σκολίδη είναι η κόρη που εκπορνεύεται και στέλνει χρήματα αλλά και η γειτόνισσα που μέσα στην τρέλα της είναι έτοιμη να εκμεταλλευθεί την αγωνία των γονιών να βρουν το παιδί τους. Η ερμηνεία της είναι αξιοσημείωτη και στους δύο αντιφατικούς μεταξύ τους ρόλους, τη μια μέσα στο ποθητό σώμα μιας γυναίκας που σπαράζει σιωπηλά με το τραγούδι της και την άλλη μέσα στο καμπουριασμένο σώμα μιας γυναίκας που δεν διστάζει να εκμεταλλευθεί τον πόνο των άλλων. Είναι καρικατούρα, προκαλεί απίστευτο γέλιο αλλά «συνομιλεί» απευθείας με τον πυρήνα του έργου.
Ο Αλέξανδρος Βάρθης μας συστήνεται ως το πρόσωπο της νέας χώρας αλλά κατακτά τη σκηνή και κλέβει τις εντυπώσεις ως ο νέος γείτονας των γονιών που εμπορεύεται τα πάντα. Ακόμη και τα κόκαλα των νεκρών. Είναι αδίστακτος και χωρίς ηθική καθώς κάθε του κίνηση και δήλωση έχει σκοπό το κέρδος. Είναι η νέα εποχή γι’ αυτό και είναι ξεκαρδιστικός όταν τον κοιτάς από μακριά και απέξω.
Ο Τάσος Λέκκας είναι άκρως συγκινητικός στον ρόλο του νεκρού γιου. Στοιχειώνει το σπίτι και τις ζωές των γονιών του με μια αγωνία, γιατί δεν του μιλάει η μητέρα του. Κινείται με ένα ήσυχο τρόπο σκηνή που τελικά την κατακτά. Κι αν μας «πληγώνει» ως νεκρός γιος κινείται στην εντελώς αντίθετη πορεία ως εκδιδόμενη τρανς. Απολαυστικός στον δεύτερο ρόλο του, με όσα ωστόσο λέει να λειτουργούν ως κάλεσμα για σκέψη.






