Κριτική: Είδαμε την παράσταση «Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα»

ekeinos-pou-eklepse-ti-mera-plirose-ti-nyxta
ΤΕΤΑΡΤΗ, 18 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2026

Από την Σμαρώ Κώτσια, Θεατρολόγο - Κριτικό Θεάτρου.

Ο Γκέοργκ Κάιζερ (1878-1945) θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της  γερμανικής  λογοτεχνίας  του  20ου  αιώνα  και  ένας εμβληματικός εκπρόσωπος του εξπρεσιονιστικού δράματος.

Την περίοδο 1905-1922 αναπτύσσεται ο Γερμανικός εξπρεσιονισμός, ως μια καινοτόμος καλλιτεχνική   έκφραση    καταθέτοντας   εντυπωσιακές  δημιουργίες  σε  όλους τους καλλιτεχνικούς τομείς:  ζωγραφική,  γλυπτική,  ποίηση,  μουσική,  χορός, κινηματογράφος, θέατρο,  αρχιτεκτονική, σκηνογραφία......

Το εξπρεσιονιστικό θέατρο εστιάζει στην προβολή του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου, στην ψυχική του οδύνη που παραμορφώνει την πραγματικότητα, στην αλλοτρίωση του ατόμου στα γρανάζια  μιας 'στεγνής' καθημερινότητας στερημένης μιας φωτεινής διεξόδου, στην κυριαρχία του χρήματος, στη μηχανοποίηση του ατόμου, στη σκληρή διαπίστωση μιας αδηφάγου εσωτερικής κενότητας.

Με το έργο "Από το πρωί μέχρι τα μεσάνυχτα" (1912), ο Γκέοργκ Κάιζερ 'σκάβει' βαθιά, διεισδυτικά και μεθοδικά στον ψυχισμό του ανθρώπου και στην περιρρέουσα κοινωνικοπολιτική κατάσταση της εποχής που τον περιβάλλει, χρησιμοποιώντας ως εργαλείο 'εξόρυξης' τον εξπρεσιονισμό. Ο Κάιζερ δημιουργεί ένα  εφιαλτικό και πολύ απαιτητικό έργο, το οποίο,  αν και είναι γραμμένο 114 χρόνια πριν, απηχεί  σύγχρονους κοινωνικούς κραδασμούς, προβληματισμούς, αδιέξοδα προσωπικά και κοινωνικά, πάθη......Δομεί με μαεστρία ένα κολάζ δυνατών εικόνων που καθρεφτίζουν υπαρξιακές αναζητήσεις, ιδεολογικά αδιέξοδα, την  κοινωνική ανισότητα, την διάβρωση  των ηθών, την υπαρξιακή κατάρρευση του ανθρώπου και αποτυπώνουν μια παραπαίουσα κοινωνία, η οποία  αναζητά τρόπους επιβίωσης και διαφυγής από μια στείρα  καθημερινότητα καθώς αφουγκράζεται την επέλαση της  καυτής ανάσας του πολέμου. Ο συγγραφέας συνθέτει μια γκροτέσκα αλληγορία γύρω από την ανθρώπινη ύπαρξη και τους κοινωνικούς μηχανισμούς χρησιμοποιώντας σύμβολα, συμβολισμούς, παραμορφώσεις και υπερβολές που επιδέχονται πολλαπλές ερμηνείες, αναλύσεις και πολύπλοκους συνειρμούς.

Ο Θωμάς Μοσχόπουλος διασκευάζει, μεταφράζει και σκηνοθετεί το έργο, το οποίο θεωρείται ως το πλέον αντιπροσωπευτικό είδος εξπρεσιονιστικού θεάτρου και παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, με έναν πιο εύληπτο τίτλο:  "Αυτός που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα". Ο Μοσχόπουλος με τόλμη μας το συστήνει και δίνει την ευκαιρία  στο θεατρικό κοινό να απολαύσει ένα άρτιο εξπρεσιονιστικό θέαμα, το οποίο ισορροπεί αξιοθαύμαστα ανάμεσα στην εφιαλτική κωμωδία και το  υπαρξιακό δράμα.

Ένας Ταμίας μιας τράπεζας παρασύρεται από την εκθαμβωτική γοητεία μιας Ιταλίδας Κυρίας και θέλοντας να ζήσει το ακραίο πάθος, μια ζωή στο αποκορύφωμά της και να νιώσει ελεύθερος σπάει τα δεσμά του αξιοσέβαστου πολίτη, του σωστού οικογενειάρχη, του καλού γιου, του πιστού συζύγου, του στοργικού πατέρα, του ευσυνείδητου υπαλλήλου και γίνεται ένας διεφθαρμένος καταχραστής κλέβοντας ένα τεράστιο χρηματικό ποσό από το ταμείο της τράπεζας. Η διαδρομή του Ταμία προς την ποθητή ελευθερία του περνά από διαφορετικούς σταθμούς: την υποκρισία της μπουρζουαζίας, τον αθλιτισμό, τη φρενίτιδα της μάζας, τον εξαγορασμένο έρωτα, τα πονηρά σεπαρέ, τον Στρατό της Σωτηρίας και την απέλπιδα λύτρωση. Τελική κατάληξη: ο Ταμίας βιώνει το απόλυτο προσωπικό αδιέξοδο, γεμίζει το εσωτερικό του ΚΕΝΟ με αηδεία και αυτοκτονεί.

Ο Θωμάς Μοσχόπουλος, ένας δημιουργός με βαθιά θεατρική παιδεία και εμπειρία, βυθίζεται στο σκοτεινό, σκληρό και αλληγορικό σύμπαν του έργου. Η εμπνευσμένη και ρέουσα μετάφρασή του, άκρως θεατρική, με γλώσσα αιχμηρή, ωμή διανθισμένη με μαύρο χιούμορ αλλά  και ποιητική αύρα δίνει το τέμπο στην εκφορά του λόγου και η σκηνοθετική του προσέγγιση αναδεικνύει το καυστικό, σαρκαστικό και σαρδόνιο ύφος του συγγραφέα ακολουθώντας μια συγκεκριμένη αισθητική, την αισθητική του εξπρεσιονιστικού κινηματογράφου. Η παράσταση κυλά μέσα σε ένα διαρκές ασπρόμαυρο κοντράστ, φωτοσκιάσεις, παραμορφωμένες φόρμες, έντονες χειρονομίες, εκρηκτική σωματικότητα και γκροτέσκες μάσκες. Ο σκηνοθέτης στήνει μιια στυλιζαρισμένη και καλοκουρδισμένη παράσταση, με γρήγορους ρυθμούς, η οποία 'παντρεύει' τη σκληρότητα με την ποιητικότητα, την απόλαυση με την οδύνη, τη χυδαιότητα με την κενότητα, τις ψευδαισθήσεις με το πικρό τίμημά τους.

Σε αυτό το ριψοκίνδυνο εγχείρημα του Θωμά Μοσχόπουλου συμπράττει δυναμικά μια ιδιαίτερα ταλαντούχα ομάδα καλλιτεχνικών συνεργατών και ηθοποιών. Το σκηνικό , τα κοστούμια και τα βίντεο του Βασίλη Παπατσαρούχα, οι φωτισμοί  του Νίκου Βλασόπουλου η κίνηση της Ζωής Χατζηαντωνίου και η μουσική σύνθεση του Δήμου Βρύζα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της δραματουργίας και  συμβάλλουν καθοριστικά στο εξπρεσιονιστικό ύφος της παράστασης. Το άκρως λειτουργικό ασπρόμαυρο εικαστικό σύμπαν του Παπατσαρούχα ενισχύει την εφιαλτική ατμόσφαιρα του έργου, σχολιάζει με αιχμηρή ματιά την κοινωνική κατάσταση, διαθέτει τολμηρή άποψη και εκφραστική αφαίρεση. Οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου συμβάλλουν καθοριστικά σε μια εξπρεσιονιστική αισθητική: απότομες φωτιστικές αλλαγές, αλλοίωση των όγκων, παραμορφωμένη προοπτική, φωτοσκιάσεις. Η εκφραστικότατη κίνηση της Ζωής Χατζηαντωνίου ενδυναμώνει την αλλόκοτη και αλληγορική υπόσταση του έργου με κραυγαλέα  σωματικότητα και έντονες μηχανιστικές κινήσεις στα όρια της καρικατούρς. Το δε μουσικό ηχοτοπίο, με επιρροές  της δεδομένης εποχής, του Δήμου Βρύζα υπογραμμίζει ουσιαστικά τα πρόσωπα, τις κινήσες των ηρώων καιι καταστάσεις.

Ένα σύνολο έξι εξαιρετικών ηθοποιών υλοποιούν το όραμα του Θωμά Μοσχόπουλου. Ο Ορφέας Αυγουστίδης ερμηνεύει με έντονη θεατρικότητα τον Ταμία, τον κεντρικό ρόλο του έργου. Κατόρθωνει να εκφράσει με εντυπωσιακό τρόπο συνδυάζοντας υπερβολική σωματικότητα , στυλιζαρισμένες κινήσεις και εσωτερικότητα τον εγκλωβισμό του ήρωα σε μια καταρρέουσα κοινωνία  και το υπαρξιακό του κενό. Η Ευγενία Σαμαρά, ο Βαλεντίνος Κόκκινος, ο Άλκης Μπακογιάννης, ο Κωνσταντίνος Πλεμμένος και ο Γιάννης Σαμψαλάκης πλέκουν με συναρπαστικό τρόπο ένα γαϊτανάκι συνεχούς ενελλαγής ρόλων αποδίδοντας, πολύ εύστοχα,  τα αδρά χαρακτηριστικά του κάθε ρόλου στις διαφορετικές σκηνές.

Διαβάστε περισσότερα.