Κριτική: Είδαμε την παράσταση Τρωάδες στο Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου
KAROL JAREK (c) Από την Σμαρώ Κώτσια, Θεατρολόγο - Κριτικό Θεάτρου.
Το Εθνικό Θέατρο είναι άξιο πολλών συγχαρητηρίων που ενέταξε στον φετινό του καλοκαιρινό προγραμμασισμό την τραγωδία "Τρωάδες" του Ευριπίδη, ανέθεσε στην Ελένη Ευθυμίου να την προσεγγίσει με τη δική της ευαισθητοποιημένη ματιά και δημιούργησε μια παράσταση καθολικά προσβάσιμη σε άτομα με αισθητηριακές και κινητικές αναπηρίες, ειδικά για τις δύο παραστάσεις στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου.
Ο Ευριπίδης παρουσιάζει τις "Τρωάδες" το 415π.χ., στα Μεγάλα Διονύσια, κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, έναν χρόνο μετά την Άλωση της Μήλου 416π.χ. και μερικούς μήνες πριν τη Σικελική εκστρατεία. Η σπαρακτική αντιπολεμική κραυγή αυτής της τραγωδίας, έχοντας ως έμπνευση την πτώση της Τροίας και των απάνθρωπων βιαιπραγιών των νικητών Αχαιών κατά του αμάχου πληθυσμού, κατακεραυνώνει τη σαδιστική συμπεριφορά των Αθηναίων πορθητών της ουδέτερης νήσου. Οι Αθηναίοι κατακτητές σφαγίασαν όλον τον ανδρικό πληθυσμό της νήσου και εξανδραπόδισαν γυναίκες και παιδιά επιβάλλοντας το ωμό δίκαιο του ισχυροτέρου. Ενώ στη Σικελική εκστρατεία οι υπερφίαλοι Αθηναίοι, εφαρμόζοντας μια μεγαλεπήβολη επεκτατική πολιτική, θα υποστούν πανωλεθρία τεραστίων διαστάσεων σηματοδοτώντας το τέλος της αθηναϊκής ηγεμονίας.
Οι "Τρωάδες" προβάλλουν τον ηττημένο άμαχο πληθυσμό μέσα από τον πόνο, την οδύνη, την απόγνωση, τη βίσιη εγκατάλειψη της πατρώας γης, την απώλεια της ταυτότητας και ταυτόχρονα καθρεφτίζουν την αλαζονεία και την απανθρωπιά των κατακτητών. Η Ελένη Ευθυμίου δημιουργεί μια παράσταση, η οποία με υπόρρητο και έντεχνο τρόπο κατηγορεί με δριμύτητα τους σύγχρονους ιμπεριαλιστικοϋς πολέμους - τους οποίους βιώνουμε καθημερινά δίπλα μας ή λίγο πιο μακριά - και οι οποίοι προκαλούν πολλά δεινά με τις γυναίκες και τα παιδιά να υπομένουν απίστευτη βία, ανείποτες αγριότητες, κακοποιήσεις, βιασμούς, εξανδραποδισμούς. Με τον θρίαμβο της νίκης να μεταβάλλεται σε σημείο εκκίνησης της ηθικής κατάρρευσης των νικητών.
Elli Poupoulidou/NDPΗ Ευθυμίου διασκευάζει την τραγωδία κρατώντας τη βασική της δομή και δίνοντάς την μια σύγχρονη επικαιροποιημένη άποψη για τον πόλεμο. Επικεντρώνεται στη γυναίκα και το γυναικείο σώμα ως άλλοθι, λάφυρο και θύμα του πολέμου. Όχι μόνον οι γυναίκες στις υψηλές κοινωνικές βαθμίδες μετατρέπονται σε σκλάβες και ομοκρέβατες των κατακτητών αλλά και απλές γυναίκες και αθώα παιδιά με διάφορες αναπηρίες υφίστανται κακοποιήσεις και καταγράφονται ως παράπλευρες απώλειες. Η σκηνοθέτις συνθέτει ένα δυναμικό σύνολο συμπερίληψης με ικανότατους ηθοποιούς και μέλη της ομάδας "Εν Δυνάμει" με αξιόλογο υποκριτικό ταλέντο- ομάδα με την οποία συμπορεύεται εδώ και πολλά χρόνια - στην οποία συμμετέχουν άτομα με και χωρίς αναπηρία.
Η Ελένη Ευθυμίου επικεντρώνεται στη διασκευή του έργου, με τη συμβολή της Σοφίας Ευτυχιάδου, επιχειρώντας ριζικές επεμβάσεις στο ' σωμα' της τραγωδίας για να στηρίξει τη σκηνοθετική της προσέγγιση, όπως επίσης υπόγεια νοήματα και ορισμένα ευρήματα στοχεύουν κατευθείαν στο θυμικό των θεατών απλοποιώντας το προαιώνιο αντιπολεμικό μήνυμα της τραγωδίας.
Ο πρόλογος της τραγωδίας με την κόντρα μεταξύ Αθηνάς και Απόλλωνα μετατρέπεται σε ένα παιδικό παιχνίδι όπου τα παιδιά 'παίζουν τον πόλεμο' προσποιούμενα την Αθηνά και τον Απόλλωνα. Η Κασσάνδρα παρουσιαζεται σαν μια αγνή έφηβη, η οποία θα πρέπει να γίνει παλλακίδα του Αγαμέμνονα και η οποία μόνη της προκαλεί με ένα μαχαίρι τη διακόρευσή της επί σκηνής εν μέσω προφηττικής μανίας και προλέγοντας το μέλλον του Αγαμέμνονα και το δικό της. Ο Αστυάνακτας δεν παραδίδεται στα χέρια του Ταλθύβιου για να τον κατακρημνίσει σπό τα τείχη κατ'εντολή των Αχαιών αλλά η Ανδρομάχη μαζί με τον αγαπημένο της γιό πέφτουν από τα τείχη, ως ένα σώμα μια ψυχή. Η ωραία Ελένη εμφανίζεται χωρίς την εκθαμβωτική της ομορφιά αλλά με σχισμένο φόρεμα, και ανοιχτά τραύματα που καταμαρτυρούν βία σωματική και ψυχική δηλώνοντας στον Μενέλαο, για να την λυπηθεί, ότι χρησιμοποιήθηκε ως άλλοθι της ιμπεριαλιστικής πολιτικής του Αγαμέμνονα προκειμένου να ελέγξει τα εμπορικά περάσματα προς ανατολάς. Το δε τέλος της τραγωδίας εμπεριέχει μια επαναστατική πράξη από μέρους του ηττημένου αμάχου πληθυσμού που αντί να μεταβεί στα πλοία για τον απόπλουν προς την Ελλάδα, αυτοπυρπολείται μετατρέποντας το στρατόπεδο συγκέντρωσης σε 'Κούγκι', ενώ ταυτόχρονα παραδιδουν στις φλόγες την Τροία οι κατακτητές.
Η σκηνογραφία της Ευαγγελίας Κιρκινέ είναι απόλυτα λειτουργική και παραπέμπει σε στρατόπεδο συγκέντρωσης αιχμαλώτων πολέμου, σε hot spot προσφύγων ή σε ένα νταμάρι εξόρυξης σπάνιων γαιών. Σε σχήμα ημικυκλικό με κατοφερρή τα πλαϊνά του τοιχώματσ αντανακλά σαν ένας καθρέφτης το κοίλον του Αργολικοϋ θεάτρου 'βεβαρημένο' όμως με τα δεινά ανελέητων πολέμων, επεκτατικών βλέψεων και παράλογου πλουτισμού. Η μουσική του Λευτέρη Βενιάδη πλαισιώνει την παράσταση με συμπαθητικό τρόπο. Οι φωτισμοί της Ζωής Μολυβδά Φαμέλη δεν προσθέτουν κάτι το ιδιαίτερο στην παράσταση. Τα κοστούμια του Άγγελου Μέντη κινούνται σε γήινους χρωματισμούς, με το μαύρο να κυριαρχεί απόλυτα στο κοστούμι της Εκάβης και της Ανδρομάχης. Ο δε Τάσος Παπαδόπουλος διδάσκει μια κίνηση πολύ απλή και αποτελεσματική.
Η Λυδία Φωτοπούλου ελέγχει με αξιοθαύμαστο τρόπο την υποκριτική της μανιέρα και καταθέτει μια Εκάβη με εσωτερικό σθένος, συγκλονιστική, σπαρακτική, αρχονιτική παρά τη βίαιη στέρηση του αξιώματός της και τον βαθύ πόνο από την απώλεια των παιδιών, του εγγονού και της πατρίδας της. Η Εύη Σαουλίδου στο ρόλο της Ανδρομάχης λιτή, ανθρώπινη αναδεικνύει το μητρικό φίλτρο με ιδιαίτερη ευαισθησία και τραγικότητα. Η Νάνσυ Σιδέρη με πάλλουσα ένσταση, αυθορμητισμό και με μια δόση υπερβολής στο πλαίσιο της θεϊκής μανίας, που τη διακατέχει, δημιουργεί μια Κασσάνδρα βουτηγμένη σε ένα υπέρμετρα έντονο splatter στοιχείο. Η Βασιλική Τρουφάκου πλάθει μια Ελένη ιδιαίτερα ευάλωτη, εξουθενωμένη ψυχικά και σωματικά. Ο Αργύρης Ξάφης στο ρόλο του Ταλθύβιου παρουσιάζει έναν ψυχρό εκτελεστική εφαρμόζοντας τις εντολές των σνωτέρων του και ταυτόχρονα ξεδιπλώνει με υπαινικτικό τρόπο κάποιες ιδιαίτερες ποιότητες ευαισθησίας και ανθρωπιάς. Ο δε Γιώργος Χριστοδούλου ως Μενέλαος εκφράζει την άμετρη αλαζονεία της εξουσίας με έντονο εξωστρεφή τρόπο χωρίς να δίνει κάποιο ιδιαίτερο βάθος στον χαρακτήρα του ρόλου.
Αξίζει ιδιαίτερη μνεία στα μέλη του χορού για την ουσιαστική προσπάθεια του: Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Ελένη Δημοπούλου, Ειρήνη Κουρούβανη, Νίκος Κυπαρίσσης, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Νίκη Πεταλά, Άνα Τζουλάκη Χριστοδούλου, Χρύσα Τουμανίδου. Η δε Κατερίνα Παπανδρέου, ως προεξάρχουσα του χορού, με απόλυτη συνέπεια και εκφραστικότητα, επωμίζεται το μεγαλύτερο μέρος του λόγου που ανήκει στον χορό.
Ως κατακλείδα ένα ερώτημα: Ένας θεατής, ο οποίος δεν γνωρίζει το κείμενο του τραγικού ποιητή παραμένει με την εντύπωση ότι αυτό είναι το ακριβές κείμενο ή θα ανατρέξει σε κάποια βιβλιοθήκη για να πληροφορηθεί αυτά τα οποία, όντως, λαμβάνουν χώρα στην εν λόγω τραγωδία;







