«Λίλια Μπρικ: Μετά το τέλος της Ιστορίας»: κριτική θεάτρου

lilia-mprik
ΔΕΥΤΕΡΑ, 22 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2014

Ο Γιάννης Μόσχος γράφει κριτική για την παράσταση «Λίλια Μπρικ: Μετά το τέλος της Ιστορίας» που παρουσιάζεται κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στις 21:15 στο θέατρο Αλκμήνη.

Αν ρίξεις μια ματιά σε ο,τιδήποτε αφορά τη ρωσική τέχνη στις αρχές του 20ού αιώνα, θα ανακαλύψεις κάπου μέσα στο κάδρο και τη μορφή της Λίλια Μπρικ. Ίσως σήμερα το όνομά της να μην είναι τόσο ευρέως γνωστό, δίχως αυτή όμως πιθανότατα να μην υπήρχε ολόκληρη η ποίηση του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, όπως και ένα σημαντικό κομμάτι της μοντέρνας ευρωπαϊκής τέχνης. Αποτέλεσε μούσα και ερωμένη του μεγάλου Ρώσου ποιητή, εν γνώσει του συζύγου της, Όσιπ Μπρικ. Μάλιστα ο ίδιος ο Μπρικ ήταν εντάξει με όλο αυτό και για μια μακρά περίοδο οι τρεις τους συζούσαν αρμονικά με τους δύο άντρες να μοιράζονται τη μυστηριακή αύρα της Λίλια. Κοιτάζοντας τις φωτογραφίες της, με τα σημερινά πρότυπα ομορφιάς δύσκολα θα περνούσε ως όμορφη. Υπάρχει όμως κάτι σπινθηροβόλο στο βλέμμα της που σε μαγνητίζει και καταλαβαίνεις τι ήταν αυτό που έκανε τόσους άνδρες να πέσουν στα πόδια της και, σύμφωνα με κάποιους, να φτάσουν μέχρι και στην αυτοκτονία.

Η Λίλια Μπρικ είναι εκτός όλων των άλλων ένα σημαντικό κομμάτι της Κομμουνιστικής Ρωσίας του Λένιν. Ήταν μια γυναίκα που μπήκε μπροστά και που έζησε μια πολυτελή ζωή χωρίς να αφήσει τη χλιδή να επηρεάσει τα πιστεύω της. Όχι άδικα έχει καταστεί εμβληματική φυσιογνωμία του φεμινιστικού κινήματος, με την περίφημη αφίσα του Αλεξάντερ Ροτσένκο να αποτελεί πια σύμβολο.

Αυτή η μούσα ολόκληρου του ρωσικού αβάν-γκαρντ κινήματος όπως την αποκάλεσε ο Πάμπλο Νερούδα, έχει πάντως και μια σκοτεινή πλευρά. Κατηγορήθηκε για την αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι, αν και η ίδια ομολόγησε αργότερα ότι τον είχε σώσει ήδη αρκετές φορές λίγο πριν βάλει τέλος στη ζωή του. Μισήθηκε ως οπορτουνίστρια στους γάμους της που την έφεραν στα σαλόνια των μυστικών υπηρεσιών, με κάθε ευκαιρία όμως η ίδια διατράνωνε ότι την ζήλευαν επειδή τόλμησε πράγματα που καμία άλλη γυναίκα δε διανοούνταν να πράξει εκείνη την εποχή. Όπως και να έχει, 35 χρόνια μετά το θάνατό της, η Λίλια Μπρικ είναι χωρίς καμία αμφιβολία μια σημαντική γυναίκα του 20ού αιώνα. Η Κατερίνα Χιωτίνη μελέτησε το έργο της και την παρουσία της και αυτή την εποχή ανεβάζει στο θέατρο Αλκμήνη την παράσταση «Λίλια Μπρικ: Μετά το τέλος της Ιστορίας», ένα μονόλογο που μέσα σε 60 λεπτά εξετάζει κάθε πτυχή της ζωής της ιδιαίτερης αυτής προσωπικότητας, μέσα αυτή τη φορά από τα δικά της μάτια.

Η παράσταση αρχίζει με την Λίλια Μπρικ να κάθεται στην πολυθρόνα της λίγο πριν δώσει τέλος στη ζωή της, ενώ θυμάται τις στιγμές που την όρισαν περισσότερο. Ας πούμε πως ό,τι παρακολουθούμε είναι η ζωή της που περνά μπροστά από τα μάτια της κατά το τελευταίο ανοιγόκλειμά τους. Η σκηνοθεσία (με τη συνδρομή της Δήμητρας Σύρου) λιτή και μινιμαλιστική, κυμαίνεται σε ψυχρά χρώματα και σε μεταφέρει μέσα σε ένα από τα σαλόνια που πέρασε τη ζωή της η Μπρικ, γεμάτο βιβλία και ποιήματα, αλκοόλ και αρώματα, εμμονές και όνειρα. Ό,τι χρειάζεσαι για να μπεις γρήγορα στο κλίμα.

Το κείμενο που επιμελήθηκε η ίδια η Χιωτίνη μαζί με τον Χάρη Σταθόπουλο είναι δυνατό και μετρημένο. Δεν πλατειάζει και επιτυγχάνει να εξιστορήσει τα γεγονότα σε κάποιον που δεν τα γνωρίζει, αλλά και παράλληλα να τα σχολιάσει από την πλευρά της Μπρικ. Στρώνει το χαλί για την ερμηνεία της ίδιας της Χιωτίνη, η οποία καθώς έχει αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στο πρότζεκτ δίνει μια στιβαρή ερμηνεία. Δεν είναι ούτε μελοδραματική και ούτε καταφεύγει σε ακρότητες, παρά μένει πιστή στην ηρωίδα της, έχοντας μελετήσει τα πάντα γύρω από αυτή. Καθώς αποχωρεί από τη σκηνή επαναλαμβάνοντας το όνομα «Λίλια Μπρικ» έχει πετύχει να μεταφέρει στο θεατή τόσο τη ζωή της Μπρικ όσο και το τι σημαίνει αυτή για την ίδια την ηθοποιό.

Ο μονόλογος της Χιωτίνη είναι σφιχτός και σου κρατά το ενδιαφέρον, ξεπερνώντας το σκόπελο της «τέχνης για την τέχνη» με παραστατικότητα και έξυπνες παρεμβολές χιούμορ. Έχει ταυτόχρονα αξία ως ιστορικό ντοκουμέντο και ως ψυχαγωγία και συνιστά μια σύχρονη θεατρική πρόταση που διαπνέεται από αύρα του κλασικού.

Γιάννης Μόσχος
[email protected]