«Παράνομα φιλιά - Κόκκινα φανάρια»: κριτική θεάτρου

kokkina-fanaria
ΤΡΙΤΗ, 23 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2014

Ο Γιάννης Μόσχος γράφει κριτική για την παράσταση «Παράνομα φιλιά - Κόκκινα φανάρια» που παρουσιάζεται στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη.

Η ιστορία του Πειραιά είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με ολόκληρη την Ελλάδα του 20ού αιώνα. Είτε μιλάμε για την Μικρασιατική καταστροφή και το κύμα των προσφύγων ή για τις φυλακίσεις των αντιφονούντων Κομμουνιστών τη δεκαετία του 1950 ή ακόμη και για το εμπορικό κομμάτι ως σταυροδρόμι πολιτισμών, ο Πειραιάς έχει χτιστεί πάνω στις ανισότητές του και έχει μάθει να ζει με αυτές. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά κομμάτια του Πειραιά είναι αυτό της Τρούμπας, μια κακόφημη πλην εμβληματική περιοχή που τη δεκαετία του 1950 όρισε σε μεγάλο μέρος την ταυτότητα του λιμανιού. Τα σφυρίγματα των πλοίων αντηχούσαν στα πορνεία και τα καμπαρέ, εκεί που η ανθρώπινη και γυναικεία αξιοπρέπεια έφτανε στο ναδίρ, αλλά που παράλληλα ποτέ δεν το έβαζε κάτω, όσες φορές και αν αντιμετώπισε την ολική συντριβή.

Δεν αποτελεί λοιπόν έκπληξη ότι τα «Κόκκινα φανάρια» του Βασίλη Γεωργιάδη θεωρούνται μια από τις πιο αντιπροσωπευτικές ελληνικές ταινίες στο εξωτερικό, φτάνοντας το 1964 μέχρι και στις υποψηφιότητες των Όσκαρ. Το θεατρικό έργο του Αλέκου Γαλανού συλλαμβάνει το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής, η οποία αν και κακόφημη και υποβαθμισμένη από κάθε πλευρά, έχει περάσει στο συλλογικό υποσυνείδητο της εθνικής νοσταλγίας. Ο Νίκος Μαστοράκης πιάνεται από αυτό το σημείο, ξαναγράφει τους διαλόγους και ανεβάζει τη δική του εκδοχή του κλασικού έργου εκεί που πραγματικά ανήκει, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.

Η προσθήκη του «Παράνομα φιλιά» δίπλα στο «Κόκκινα φανάρια» δεν είναι καθόλου τυχαία και εκφράζει το πνεύμα αυτής της μεταφοράς. Αν περιμένετε μια ωραιοποίηση της εποχής και των οίκων ανοχής, σαν να είναι πολυτελή καμπαρέ που οι γυναίκες έχουν το πάνω χέρι, μάλλον πρέπει να στραφείτε αλλού. Εδώ υπάρχει μόνο ωμός ρεαλισμός, όνειρα που καταστρέφονται και ελπίδες που συνθλίβονται και κακομεταχείριση των γυναικών που καλούνται να εξυπηρετούν με προθυμία όσους πελάτες χρειαστεί. Και όσο για τους έρωτες, είναι παράνομοι σε αυτή τη γωνιά της Γης και προορισμένοι να αποτύχουν παταγωδώς. Ο Μαστοράκης μελέτησε, ένιωσε και παρουσιάζει μόνο αλήθειες.

Ήδη από το σκηνικό καταλαβαίνεις το στίγμα της παράστασης. Είναι γεμάτο με παλιά ξεφτισμένα έπιπλα και με μπουκάλια από οινοπνευματώδη ποτά, δίνοντας μια αίσθηση στριμώγματος και παρακμής. Όπως δηλαδή ήταν η ζωή αυτών των γυναικών μέσα στα σπίτια με τα κόκκινα φανάρια. Ο φωτισμός του Σάκη Μπιρμπίλη υποβλητικός και ατμοσφαιρικός, δίνει αύρα ρεμπετάδικου του τότε και εντείνει το αδιέξοδο των χαρακτήρων. Το υπόβαθρο είναι ό,τι ζητά ο κάθε ηθοποιός για να εστιάσει την ερμηνεία του και ο κάθε θεατής ώστε να μπει άμεσα στο έργο.

Οι ερμηνείες όλες εξαιρετικές, σε έναν από τους πιο δυνατούς και σωστά οργανωμένους θιάσους που έχουμε δει τον τελευταίο καιρό. Ο Αιμίλιος Χειλάκης είναι από τις πιο σωστές επιλογές που έχουμε δει για το ρόλο του Μιχαήλου και ειδικά για αυτήν εδώ την παράσταση. Δεν υπάρχει ούτε ίχνος λούστρου ή μπον βιβέρ στο χαρκτήρα του. Είναι μέθυσος και δε διστάζει να χειροδικήσει στις γυναίκες και εν τέλει με μια λέξη είναι απλά σάπιος. Ο Χειλάκης ανταποκρίνεται σε αυτές τις ανάγκες και λάμπει στον μονόλογό του, όπου απαγγέλει το «Βράδυ βαθύ να μπαίνεις στον Περαία» του Γιώργου Μαρκόπουλου, δικαιωματικά κορυφαία στιγμή της παράστασης. Η Φωτεινή Μπαξεβάνη γίνεται πραγματικά η Μαντάμ Παρή, χωρίς να αστοχεί ούτε μια φορά στον τόνο, ενώ η Ελισάβετ Μουτάφη είναι άψογη σε μια έντονη συναισθηματικά ερμηνεία, παρά το γεγονός ότι η φυσιογνωμία της είναι φύσει αριστοκρατική για να σε πείσει για ιερόδουλη της Τρούμπας. Η Αθηνά Μαξίμου στέρεη, αναδεικνύει ερμηνευτικό πλούτο μέσα στη «φθήνια» και η Νίκη Σερέτη από τις ευχάριστες εκπλήξεις, στέκεται επάξια δίπλα στον Χειλάκη. Η Μαρσέλα Λένα σε μια ερμηνεία που τολμά στα άκρα και όχι μόνο λόγω του γυμνού. Η Καίτη Μανωλιδάκη απολαυστική σε σημείο να μην μπορείς να φανταστείς την παράσταση χωρίς αυτή.

Η επιτυχία στη διαχείριση του Νίκου Μαστοράκη είναι ότι πετυχαίνει να διευρύνει τους ορίζοντες πέρα από τον οίκο ανοχής της Μαντάμ Παρή. Υπάρχουν οι κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις που αντανακλώνται στο κλείσιμο των σπιτιών της περιοχής, η πολιτιστική ταυτότητα της Τρούμπας, οι γειτονιές του Πειραιά από την Δραπετσώνα ως την Κοκκινιά, οι ανησυχίες των μεροκαματιάρηδων ανθρώπων και ο λαϊκός μόχθος και όλα αυτά χωρίς να χρειαστεί καν να αναφερθούν κάπου, πέρα μόνο από κάποιες εύστοχες ραδιοφωνικές παρεμβολές. Όλα αυτά και ακόμη περισσότερα υπάρχουν στη σκηνή που για δύο ώρες θαρρείς πως μεταφέρεσαι στη δεκαετία του 1950 και παρακολουθείς τα γεγονότα από την κλειδαρότρυπα καθώς συμβαίνουν.

Αναφερθήκαμε και πριν στον μονόλογο μετά μουσικής του Αιμίλιου Χειλάκη, ο οποίος περικλείει ολη την ιστορία του Πειραιά. Και είτε έχεις κάποια σχέση με τις φτωχογειτονιές του είτε όχι, το αποτέλεσμα είναι εξίσου δυνατό και μια παρεμβολή ενός πασίγνωστου μιούζικαλ κρίνεται άκρως ευρηματική. Ο Μαστοράκης δεν ενδιαφέρεται για happy end ή να γίνει ευχάριστος στον κόσμο. Θέλει να του πει αλήθειες. Μπορεί να είναι σκληρές και να σε καταρρακώνουν ψυχολογικά, στο τέλος όμως μέσα στα αδιέξοδα και το τέλμα αναγνωρίζεις τις αυθεντικές προθέσεις. Η παράσταση είναι αυστηρά ενήλικη, γεμάτη βρώμικους ανθρώπους που πληγώνουν ο ένας τον άλλο, την ίδια στιγμή όμως είναι ένα πορτρέτο του καθημερινού μόχθου και της δίψας για ζωή που κρύβουν μέσα τους. Και η Τρούμπα και όλα αυτά αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της ιστορίας του σημαντικότερου λιμένα της χώρας και για αυτό στο τέλος, ακόμη και έτσι δεν μπορείς παρά να αναφωνήσεις «Γεια σου Περαία».

Γιάννης Μόσχος
[email protected]