Μπέττυ Αρβανίτη: «η Φόνισσα βρίσκεται κοντά στην αρχαία τραγωδία»

mpettu-arbaniti-i-fonissa-brisketai-konta-stin-arxaia-tragodia

ΤΡΙΤΗ, 08 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2011

Η Μπέττυ Αρβανίτη αποκαλύπτει στο [email protected] την περιπέτειά της, με τον πιο δύσκολο ρόλο της καριέρας της, τη «Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.

Για την Μπέττυ Αρβανίτη η ιδιότυπη γλώσσα του Παπαδιαμάντη αποτελεί ασφαλές καταφύγιο σε δύσκολους καιρούς, ένα σημείο αναφοράς της ταυτότητάς μας. Η θεατρική δραστηριότητα των τελευταίων χρόνων αποδεικνύει ότι ο λόγος του σκιαθίτη συγγραφέα, παραμένει ζωντανός, καθώς νέες διασκευές των έργων του παρουσιάζονται επί σκηνής.

Η Μπέττυ Αρβανίτη σε μια ακόμη συνεργασία της με τον σκηνοθέτη Στάθη Λιβαθινό, αναμετριέται με τον πιο δύσκολο ρόλο της καριέρας της, καταδυόμενη στον σκοτεινό ψυχισμό της «Φόνισσας». Τερατώδες δημιούργημα μιας πατριαρχικής, καταπιεστικής κοινωνίας, η Φραγκογιαννού οδηγείται στην τρέλα και το φόνο, ενώ το τέλος της τη βρίσκει μετέωρη ανάμεσα στη «θεία και την ανθρώπινη δίκη». Η πρεμιέρα της παράστασης έχει προγραμματιστεί για τις 9 Νοεμβρίου.

Από την Μπερνάντα Άλμπα του Λόρκα, στην Φραγκογιαννού του Παπαδιαμάντη: πώς προσεγγίζετε ερμηνευτικά το κακό στους χαρακτήρες που υποδύεστε;

Καταρχήν η Μπερνάντα Άλμπα και η «Φόνισσα» δεν έχουν απόλυτη σχέση, αν και πράγματι θα μπορούσαμε να τις χαρακτηρίσουμε «κακές γυναίκες». Αυτό που με απασχολεί στη «Φόνισσα» είναι η πορεία της προς την τρέλα. Στην Μπερνάντα Άλμπα πράγματι υπάρχουν εμμονές αλλά δεν «ψηλώνει ο νους της», όπως στην ηρωίδα του Παπαδιαμάντη. Η φοβερή πολυπλοκότητα του ψυχισμού της Φραγκογιαννούς παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον αλλά και δυσκολίες. Θα έλεγα ότι υπάρχει μια σχέση έλξης-απώθησης με αυτόν τον χαρακτήρα. Εν δυνάμει μπορεί όλοι να έχουμε σκεφτεί τα φοβερότερα πράγματα. Αυτό που διαφοροποιεί την τρέλα, το «πέρασμα στην άλλη όχθη» είναι ακριβώς εκείνο το σημείο στο οποίο η σκέψη γίνεται πράξη. Βέβαια η «Φόνισσα» μπαινοβγαίνει στην τρέλα. Υπάρχουν και στιγμές στις οποίες συνειδητοποιεί τι έχει κάνει και την κυνηγούν οι ενοχές, δεν είναι μόνιμα στο ένα άκρο. Έχει πολλές πλευρές και δεν μπορώ να φανταστώ ηθοποιό που να μην τον ερεθίζει η ιδέα να ασχοληθεί με αυτό το πρόσωπο. Θα έλεγα ότι η Φόνισσα βρίσκεται κοντά στην αρχαία τραγωδία.

Θα μπορούσε να διακρίνει κανείς και κοινά σημεία με τη Μήδεια;

Ναι και αναμφίβολα, είναι πολύ σπουδαίος ρόλος. Θα ήθελα μάλιστα να τονίσω ότι είναι ίσως ο πιο δύσκολος ρόλος που έχω ποτέ μου καταπιαστεί. Έχει μια τρομακτική ποικιλία στις αποχρώσεις του.

Ποια σημεία στο έργο του Παπαδιαμάντη ενδιαφέρουν εσάς και τον σκηνοθέτη, τον κύριο Λιβαθινό, να υπογραμμίσετε περισσότερο;

Έχουμε αφαιρέσει όλο το φολκλόρ, κρατώντας όμως την ουσία του Παπαδιαμάντη. Προσπαθούμε να αναπτύξουμε έναν διάλογο ανάμεσα στο χθες και το σήμερα. Άλλωστε το διαβάζουμε με σύγχρονη ματιά, αφού ζούμε σε άλλη εποχή. Στο επίκεντρο βρίσκεται φυσικά η γλώσσα του κειμένου που είναι εκπληκτική. Ειδικά στις μέρες που διανύουμε απαιτείται νομίζω μια εκ νέου ματιά σε αυτές τις σταθερές, όπως είναι η γλώσσα μας. Στο παπαδιαμαντικό έργο υπάρχει μια ποικιλία, μια πολυχρωμία και ένα βάθος που το έχουμε ανάγκη. Γιατί με ένα περίεργο τρόπο, ενώ στην αρχή η γλώσσα του μπορεί να μας φαίνεται λίγο μακρινή, ξυπνάει κάτι μέσα μας, αισθανόμαστε τη ρίζα της. Και δεν μιλάω μόνο για μένα που εν τέλει στο σχολείο τη διδάχτηκα ως ένα βαθμό, αναφέρομαι και στα νεότερα παιδιά.

Πιστεύετε δηλαδή ότι η γλώσσα του Παπαδιαμάντη μπορεί να αγγίξει τον σύγχρονο θεατή;

Απόλυτα! Είναι σαν να πέφτει πάνω σου μια καταπληκτική βροχή που σε ξεπλένει και σε ανεβάζει. Είναι θαυμάσιο το πώς λειτουργεί. Αρχικά και εγώ είχα αμφιβολίες, σκεφτόμαστε το θέμα της γλώσσας και πώς θα την προσλάβει ο θεατής. Όμως αποδεικνύεται ότι δεν υπάρχει καμία δυσκολία, αντίθετα, είναι πραγματικά κάτι πάρα πολύ όμορφο, ευχάριστο και βαθύ.

Ποια ήταν η δική σας αναγνωστική περιπέτεια με το κείμενο αυτό; Γιατί ορισμένα έργα όταν τα διαβάζουμε σε διαφορετικές ηλικίες, ανακαλύπτουμε νέα πράγματα.

Είχα ανακαλύψει το έργο και παλαιότερα, χωρίς να έχει συμβεί αυτό συνειδητά. Ένιωθα μια περίεργη έλξη για τον Παπαδιαμάντη. Δεν τον έβλεπα φολκλορικά ή «γραφικά». Αντίθετα, παρότι ήμουν μικρότερη, είχα «μυριστεί» ότι εδώ υπάρχει πολύ βάθος. Βεβαίως όταν το ξαναδιαβάζω τώρα, ανακαλύπτω καινούργια πράγματα και το ίδιο μου συμβαίνει και με τον Ντοστογιέφσκι. Στην παράστασή μας με ενδιαφέρει η «εωσφορική» πλευρά του Παπαδιαμάντη και όχι εκείνη του «κοσμοκαλόγερου». Υπάρχει μια σκοτεινή ατμόσφαιρα. Ειδικά στη «Φόνισσα» διακρίνουμε κάτι το παγανιστικό. Δηλαδή, το γεγονός ότι η Φραγκογιαννού είναι κόρη μάγισσας και έχει μια ξεχωριστή σχέση με τη φύση, αυτό και πολλά άλλα στοιχεία φανερώνουν μια παγανιστική, σκοτεινή πλευρά.

Η Φραγκογιαννού πεθαίνει ανάμεσα στην ανθρώπινη και τη θεία δίκη. Πώς σχολιάζετε το τέλος της;

Η «Φόνισσα» παλεύει με την ίδια τη φύση. Κάποια στιγμή λέει ο Παπαδιαμάντης ότι πέφτουν με ορμή και κακία οι πέτρες στο πρόσωπο ή στα πόδια της, κατά τη διάρκεια της φοβερής καταδίωξής της, μέχρι να πεθάνει. Τελικά δεν την πιάνει κανείς, δεν τη συλλαμβάνουν. Είναι μια πορεία αυτοκαταστροφική και αυτοκτονική, στην οποία επανεμφανίζεται αυτή η εμμονή του Παπαδιαμάντη, με το νερό, τη θάλασσα. Αν κάποιος θέλει να το ψάξει θα μπορούσε να κάνει άπειρες αναγνώσεις της σκηνής, εφόσον το νερό σε συμβολικό επίπεδο σχετίζεται με το θηλυκό στοιχείο. Προσωπικά πιστεύω ότι το γεγονός ότι δεν συλλαμβάνουν τη Φραγκογιαννού στο τέλος, σημαίνει ότι κάπου ο Παπαδιαμάντης συμπονά το πρόσωπο.

Πώς βλέπετε τα τελευταία χρόνια αυτή την προσπάθεια πολλών σκηνοθετών να μεταφέρουν τα έργα του Παπαδιαμάντη στο θέατρο;

Η ελληνική λογοτεχνία έχει μεγάλο πλούτο θεμάτων και συγγραφέων. Ειδικά από τον Παπαδιαμάντη μπορεί να αντλήσει κανείς πολλά πράγματα για το θέατρο. Δεν είναι τυχαίο που βλέπουμε σήμερα να παίζονται ξανά και ξανά κλασικά έργα. Δεν έχουμε αρκετούς νέους συγγραφείς για να τροφοδοτήσουν το θέατρο και νομίζω ότι αυτή η προσπάθεια που γίνεται με τη λογοτεχνία είναι αρκετά γόνιμη.

Υπάρχουν κατά τη γνώμη σας κάποιες προϋποθέσεις για το θεατρικό ανέβασμα του Παπαδιαμάντη; Ιδιαίτερα σε ό, τι έχει σχέση με τη γλώσσα του;

Αλίμονο, δεν ανεβάζεις Παπαδιαμάντη από μετάφραση, κάτι τέτοιο θα μου φαινόταν γελοίο. Μπορώ να μιλήσω περισσότερο για εμάς. Μας ενδιέφερε πάρα πολύ να είναι μια σημαντική και ενδιαφέρουσα διασκευή του έργου γι’ αυτό και το αναθέσαμε στον Στρατή Πασχάλη που είναι σημαντικός ποιητής αλλά και βαθύς γνώστης του Παπαδιαμάντη. Οι βασικές προϋποθέσεις είναι να προσεγγίσει κανείς το έργο με τρυφερότητα και σεβασμό. Όχι όμως στείρο σεβασμό. Γιατί διακρίνεις ακόμη και ένα περίεργο χιούμορ, υπάρχει ένα κλείσιμο του ματιού στον Παπαδιαμάντη, δεν είναι καθόλου σοβαροφανής.

Είχατε δει την αντίστοιχη παράσταση της «Φόνισσας», όταν έπαιζε η Λυδία Κονιόρδου;

Δυστυχώς όχι, δεν την είχα προλάβει γιατί ταυτόχρονα έπαιζα κι εγώ στο θέατρο. Είχα μιλήσει όμως μαζί της μια φορά για το ρόλο και μου είχε αποκαλύψει ότι πέρασε πολύ καλά όταν έπαιζε, όμως δεν μπορούσε να κοιμηθεί το βράδυ! Δεν ξέρω αν θα της μοιάσω, πάντως αναμφίβολα πρόκειται για δύσκολο και γοητευτικό έργο. Και για να χρησιμοποιήσω μια φράση του Παπαδιαμάντη, έχω μπει μέσα στον κόσμο του με μια «τρομώδη συγκίνηση». Σου δημιουργεί όμορφες παγίδες για να σε εκπλήξει και υπάρχουν περιθώρια να σε εκπλήξει ακόμη και ο ίδιος σου ο εαυτός, αν τα καταφέρεις.

Το κλασικό ρεπερτόριο αποτελεί και ένα είδος εγγύησης ενάντια στην κρίση που βιώνουμε; Το κοινό του θεάτρου βρίσκεται κι αυτό αντιμέτωπο με οικονομικά προβλήματα.

Ασφαλώς και αποτελεί ένα είδος εγγύησης. Νομίζω ότι θα γίνει πολύ μεγάλο ξεσκαρτάρισμα, γιατί εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων οι θεατές θα επιλέγουν ό, τι έχει ουσία. Γιατί ορισμένα έργα έχουν κερδίσει τον τίτλο του κλασικού; Επειδή βάζουν στο επίκεντρο τον άνθρωπο. Και τα προβλήματά του ή η ψυχή του δεν έχουν αλλάξει, ούτε πρόκειται να αλλάξουν. Μπορεί η φόρμα τους, το ένδυμά τους να αλλάζει, όμως ο πυρήνας παραμένει ο ίδιος. Οι μεγάλοι συγγραφείς αυτό κάνουν: μια βαθιά τομή στην ανθρώπινη φύση.

Στη δεύτερη σκηνή του Θεάτρου της οδού Κεφαλληνίας θα ανέβει τον Ιανουάριο το έργο του Αλέξη Σταμάτη «Σκότωσε ό, τι αγαπάς» που βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημά του. Πρόκειται για τη δεύτερη εμφάνισή του ως θεατρικού συγγραφέα, μετά τα «Δακρυγόνα».Πώς αντιμετωπίζετε τη στροφή του γιου σας στο θέατρο και κατά πόσο υπάρχει υποστήριξη αλλά και κριτική ματιά ανάμεσά σας;

Υπάρχει αλληλοϋποστήριξη και τεράστια κριτική. Δεν του κάνω μόνο εγώ κριτική αλλά και εκείνος. Έπαιξε ρόλο ότι και η προηγούμενη εμφάνισή του με τα «Δακρυγόνα» αποδείχτηκε ένα πετυχημένο εγχείρημα. Πήρε καλές κριτικές και νομίζω ότι αξίζει να προχωρήσει. Αν δεν τα κατάφερνε, δεν ξέρω αν θα υπήρχε αυτή η δεύτερη προσπάθεια που κατά τη γνώμη μου θα είναι πολύ καλύτερη. Όμως γενικά η δεύτερη σκηνή δεν υποστηρίζει μόνο το παιδί μου αλλά και κάθε φρέσκια ματιά. Λειτούργησε ως φυτώριο για πολλούς νέους σκηνοθέτες, συγγραφείς και ηθοποιούς και αυτό με κάνει ιδιαίτερα περήφανη. Πέρασαν από εκεί, μεταξύ άλλων, ο Στάθης Λιβαθινός, ο Νίκος Μαστοράκης, ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης κ.α.

Πληροφορίες: «Η φόνισσα», πρεμιέρα 9 Νοεμβρίου, στην πρώτη σκηνή του θεάτρου Κεφαλληνίας. Σκηνοθεσία: Στάθης Λιβαθινός. Διασκευή και δραματουργική επεξεργασία: Στρατής Πασχάλης και Στάθης Λιβαθινός. Σκηνικά και κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου. Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου. Κίνηση: Μαρία Αλαβάνου, μουσική: Τηλέμαχος Μούσας. Παίζουν οι : Μπέττυ Αρβανίτη, Τζίνη Παπαδοπούλου, Λουκία Μιχαλοπούλου, Λίλη Μέλεμε, Παναγιώτης Παναγόπουλος, Χάρης Χαραλάμπους.

ΜΑΝΙΑ ΣΤΑΪΚΟΥ