Κριτική: Ανατέμνοντας τη βασανιστική σχέση μητέρας και κόρης

fthinoporini-sonata
ΔΕΥΤΕΡΑ, 14 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2015

Η Ελένη Πετάση είδε τη "Φθινοπωρινή Σονάτα" του Ίγκρμαρ Μπέργκμαν και μας μεταφέρει εντυπώσεις.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η «Φθινοπωρινή σονάτα» του Ίγκμαρ Μπέργκμαν διασκευάζεται για το θέατρο. Η εκδοχή της Μαρίας Μαγκανάρη (στην οποία ανήκει επίσης η μετάφραση και η σκηνοθεσία) στηρίζεται στο σενάριο της αριστουργηματικής ταινίας του Σουηδού δημιουργού (1978) και επικεντρώνεται στη σχέση μάνας-κόρης. Μια σχέση που το φτεροκόπημα της ελπίδας για ουσιαστική συμφιλίωση έχει προ πολλού χαθεί, καθώς τα τραύματα της παιδικής ηλικίας εκατέρωθεν καθορίζουν την έκβαση της.
Η μητέρα (Σάρλοτ), διάσημη πιανίστρια, παθιασμένη με την καριέρα της, εγωκεντρική και αδιάφορη ως προς το μεγάλωμα των παιδιών της, κουβαλάει το δικό της επώδυνο παρελθόν.
Η κόρη (Εύα), που δεν βίωσε τη μητρική στοργή, νιώθει πάντα την απόρριψη να σκίζει τα σωθικά της. Παντρεμένη μ’ έναν εφημέριο, που δεν αγάπησε ποτέ, ζει μαζί του αποτραβηγμένη σε μια επαρχιακή πόλη. Εχοντας χάσει το παιδί της, αναπληρώνει το κενό, φροντίζοντας τη νοητικά υστερημένη αδελφή της (οι δύο ρόλοι, του εφημέριου και της αδελφής, έχουν αφαιρεθεί από τη συγκεκριμένη διασκευή).
Και έρχεται η στιγμή που η Σάρλοτ, έπειτα από επτά χρόνια απουσίας, δέχεται την πρόσκληση της Εύας να την επισκεφθεί.
Οι δύο γυναίκες, μέσα στο χρονικό διάστημα μιας μέρας, θα σκάψουν τις πληγές τους, θα βρεθούν αντιμέτωπες με τις Ερινύες τους, θα προσπαθήσουν να γεφυρώσουν το χάσμα ανάμεσά τους. Και επιπλέον, πίσω από τις λέξεις που ξεστομίζουν θα «αποκαλύψουν» προσωπικά βιώματα και βασανιστικά ερωτήματα για την υπόσταση του ανθρώπου και την ύπαρξη του Θεού, που σε πολλά έργα του ανατέμνει ο μεγάλος αυτός ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής: «Παρακαλώ τον Θεό χωρίς ελπίδα», έχει γράψει χαρακτηριστικά στη βιογραφία του.

Η παράσταση της Μαγκανάρη αντικατοπτρίζει τον σεβασμό που τρέφει ο Μπέργκμαν για το λόγο, τη σαφήνεια, την καθαρότητα και όλα τα στοιχεία που προβάλλουν τον ηθοποιό. Χωρίς εντυπωσιασμούς, εξοστρακίζει από τη σκηνοθεσία της οτιδήποτε περιττό. Ακόμα και η κλασική μουσική που διαχέεται στο χώρο δεν ερμηνεύεται ζωντανά από τις ηρωίδες, αλλά μέσα από τα χτυπήματα των ποδιών τους που κρατούν το ρυθμό, ενώ μια από τις πιο ενδιαφέρουσες σκηνές -ενδεικτική για τη συναισθηματική αναπηρία τους- είναι αυτή που η κόρη, με την προτροπή της μητέρας της, «παίζει» άγαρμπα ένα κομμάτι του Σοπέν και εκείνη επιδεικτικά την διορθώνει.
Η Μαρία Κεχαγιόγλου (υποκριτικά έμπειρη) και η Ανθή Ευστρατιάδου (έκπληξη ωριμότητας), με εκφραστική πυκνότητα και στέρεα μέσα, μεταγγίζουν τις αγωνίες του συγγραφέα στα πρόσωπα του έργου του.

Ελένη Πετάση
[email protected]