Κριτική: Ερωτική ελεγεία ανάφλεξης ενστίκτων σε μία τελετουργική παράσταση

ankor
ΔΕΥΤΕΡΑ, 16 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2017

Από την Ελένη Πετάση.

Με την έννοια της σύγκρουσης να αλυσοδένει τον ιστό της θεματικής του, ο Θόδωρος Τερζόπουλος κλείνει την τριλογία του (Alarme, Amor, Encore), συμπληρώνοντας ταυτόχρονα τριάντα χρόνια εξαιρετικά σημαντικής δημιουργικής πορείας. Μοναδικής στο είδος της στη χώρα μας, αλλά και έξω από τα σύνορά της.

Εξερευνητής των θεατρικών ορίων, ο στοχαστής σκηνοθέτης χτίζει τελετουργικές παραστάσεις εξοβελίζοντας κάθε ρεαλιστικό και ηθογραφικό στοιχείο, αντλώντας υλικό από τα διονυσιακά δρώμενα και ανιχνεύοντας τις υπαρξιακές αναζητήσεις της αρχαίας τραγωδίας.

Για το θέατρό του έχουν μιλήσει μεγάλες προσωπικότητες της σκηνικής τέχνης, όπως ο Χάινερ Μίλερ που επεσήμανε ότι «σ’ αυτό, η διαδικασία της πρόβας δεν είναι εκτέλεση μιας δραματουργικής θεώρησης, αλλά μια περιπέτεια σ’ ένα ταξίδι στο τοπίο της μνήμης, μια αναζήτηση των χαμένων κλειδιών της ενότητας του σώματος με τον λόγο...».

Όπως σε όλα του τα εγχειρήματα, έτσι και στο Ανκόρ, το σώμα απελευθερώνει την κρυμμένη του ενέργεια, γίνεται το όχημα που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, μεταφέρει με αρχέγονη δύναμη τη ρήξη ανάμεσα σε έναν άνδρα και μια γυναίκα. Θύτης και θύμα σε μια αβυσσαλέα πάλη χωρίς νικητή.

Δύο ηθοποιοί, τοποθετημένοι πάνω σε έναν συμβολικό λευκό διάδρομο σε σχήμα σταυρού, βρίσκοντας κατά διαστήματα καταφύγιο σε μια κρύπτη στο βάθος, «ξερνούν» με πάθος τον αποσπασματικό, ποιητικό και γεμάτο χάσματα λόγο του Θωμά Τσαλαπάτη. Με κοφτερές λεπίδες στα χέρια και φωνές που αλυχτούν σαν λυσσασμένα σκυλιά ρίχνονται με παραφορά ο ένας πάνω στον άλλον. Και έπειτα, προσπαθώντας να βρουν κάποιο σημείο επαφής, σφιχταγκαλιάζονται, ερωτοτροπούν, ενώνουν τις ανάσες τους, άδουν μαγικές άριες, για να αφεθούν ξανά στον αλληλοσπαραγμό, το πένθος, τον θάνατο.

Ανκόρ, Ανκόρ, «κι άλλο», «κι άλλο» κραυγάζουν, εγκλωβισμένοι μέσα στην αθεράπευτη επιθυμία τους. Επιθυμία της συμφιλίωσης του Έρωτα με τον θάνατο. Επιθυμία που η επίμονη όσο και επώδυνη κατανάλωσή της οδηγεί εν τέλει σε αδιέξοδο.

Με σαρκασμό και υπόγεια ειρωνεία, ο Τερζόπουλος, έχοντας δίπλα του άξιους συνεργάτες (τη Λουκία στα κοστούμια, τον Παναγιώτη Βελιανίτη στη μουσική και τον Κωνσταντίνο Μπεθάνη στους φωτισμούς), σχεδιάζει την πιο ερωτική του ελεγεία καθοδηγώντας τους δύο εξαιρετικούς ηθοποιούς του σε ακραία ερμηνευτικά μονοπάτια.

 Ο Αντώνης Μυριαγκός και η Σοφία Χιλλ (που επιπλέον τραγουδάει α καπέλα απόσπασμα από τη Διδώ και Αινείας του Πέρσελ) τορπιλίζουν τη σκηνή με τη φλεγόμενη παρουσία τους. Άλλοτε χορεύοντας ταγκό καθισμένοι στο δάπεδο, άλλοτε εκπέμποντας απόκοσμους ήχους με το κροτάλισμα των δοντιών τους, άλλοτε πυρπολώντας τον αέρα με καθηλωτικά βλέμματα και σωματικές ακροβασίες, εκφράζουν με χειρουργική ακρίβεια την ανάφλεξη των ενστίκτων τους.

ΕΛΕΝΗ ΠΕΤΑΣΗ / [email protected]