Valentino (1932–2026): Η κομψότητα που έγινε κληρονομιά

valentino
ΤΡΙΤΗ, 20 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2026

Ο διάσημος δημιουργός μόδας έφυγε από τη ζωή το βράδυ της Δευτέρας, σε ηλικία 93 ετών, έχοντας καταφέρει αυτό που ελάχιστοι πέτυχαν: να χαράξει μια πορεία που άντεξε στον χρόνο και να επιβάλει μια αισθητική που ξεπέρασε τις τάσεις, μετατρέποντας το όνομά του σε μέτρο διαχρονικής κομψότητας.

Ο Valentino έγινε γνωστός για τη μοναδική του ικανότητα να παντρεύει τη χρωματική τόλμη και το πάθος της ιταλικής μόδας με την αυστηρή κομψότητα της γαλλικής haute couture, του υψηλότερου επιπέδου δεξιοτεχνίας στη μόδα, με απόλυτη ακρίβεια, λεπτομέρεια και πειθαρχία στην κατασκευή. Από αυτή τη σύνθεση γεννήθηκε η χαρακτηριστική σιλουέτα Valentino: συγκρατημένη, αριστοκρατική, σταθερή στον χρόνο. Για πέντε δεκαετίες στο τιμόνι του οίκου του, δεν κυνηγούσε τις τάσεις· εξέλισσε το ίδιο του το λεξιλόγιο. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει πως δεν προκάλεσε αντιδράσεις, ιδιαίτερα για τις απόψεις του γύρω από την ομορφιά των γυναικών.

Από τη Voghera στο παγκόσμιο προσκήνιο
Γεννημένος το 1932 στη Voghera της Ιταλίας, ο Valentino Clemente Ludovico ήξερε από παιδί ότι θα ασχοληθεί με τη μόδα. Ζωγράφιζε από μικρός και σπούδασε σχέδιο μόδας στο Ινστιτούτο Santa Marta στο Μιλάνο, πριν μετακομίσει στο Παρίσι για να τελειοποιήσει την τεχνική του στην École de la Chambre Syndicale de la Couture Parisienne.

Η επαγγελματική του πορεία ξεκίνησε σε δύο κορυφαίους οίκους υψηλής ραπτικής: πρώτα στον Jean Dessès και στη συνέχεια στον Guy Laroche. Το 1959 άνοιξε τον δικό του οίκο στην Ιταλία.

Οι πρώτες του συλλογές είχαν έντονη γαλλική επιρροή: καθαρές γραμμές, σύνθετες κατασκευές, μπλοκαρισμένα χρώματα και μια σχεδόν μινιμαλιστική προσέγγιση. Η ιταλική του ταυτότητα άρχισε να αποτυπώνεται πιο έντονα αργότερα.

Η σχέση του με τον ιταλικό κινηματογράφο αποδείχθηκε καταλυτική. Έντυσε την Elizabeth Taylor λίγο μετά το Cleopatra (1963) και σύντομα βρέθηκε στο διεθνές προσκήνιο, με την πρώτη του μεγάλη επίδειξη στο Palazzo Pitti της Φλωρεντίας το 1962.

Το 1968 παρουσίασε τη θρυλική White Collection: Α-line φορέματα και αυστηρά σακάκια, όλα σε λευκό, μια ριζοσπαστική επιλογή σε μια Ιταλία που τότε λάτρευε το χρώμα. Η διεθνής αναγνώριση ήρθε γρήγορα. Οι δημιουργίες του απευθύνονταν σε μια εκλεκτή πελατεία που μπορούσε -και ήθελε- να πληρώσει χιλιάδες δολάρια για ένα φόρεμα. Το 1963 ταξίδεψε στις ΗΠΑ με ξεκάθαρο στόχο: το Χόλιγουντ.

Η γυναίκα Valentino
Ο Valentino ήθελε να κάνει τις γυναίκες όμορφες με τον δικό του, αριστοκρατικό τρόπο. Η «γυναίκα Valentino» ήταν σίγουρη για τον εαυτό της, κομψή, με εσωτερική δύναμη και εξωτερική αυτοκυριαρχία. Πίστευε σε μια αυστηρή, σχεδόν αδιαπραγμάτευτη αντίληψη γυναικείας ομορφιάς, βαθιά συνδεδεμένη με τη λεπτότητα του σώματος, τον έλεγχο και την πειθαρχία της σιλουέτας. Το 2007 υπερασπίστηκε τα εξαιρετικά αδύνατα μοντέλα στις πασαρέλες, δηλώνοντας πως «όταν τα κορίτσια είναι αδύνατα, τα φορέματα δείχνουν πιο όμορφα», κάτι που ενίσχυσε τον αποκλεισμό και τα αυστηρά πρότυπα του χώρου -μόνο τα τελευταία χρόνια οι πασαρέλες του οίκου άρχισαν να διευρύνουν τον ορισμό της ομορφιάς. Για τον ίδιο, η γυναίκα όφειλε να εκπέμπει κομψότητα και αυτοκυριαρχία, λειτουργώντας πρωτίστως ως φορέας του ρούχου και όχι ως πεδίο πολλαπλών εκφράσεων ομορφιάς — μια αντίληψη που τον κατέστησε ταυτόχρονα εμβληματικό και αμφιλεγόμενο. 

Έντυσε γυναίκες-σύμβολα όπως η Jacqueline Kennedy, η Audrey Hepburn, η Julia Roberts, η Gwyneth Paltrow και η Anne Hathaway. Δεν τον ενδιέφεραν οι εκκεντρικότητες, προτιμούσε τις κλασικές αναλογίες και τις σιλουέτες που τραβούν την προσοχή χωρίς να φωνάζουν. Το ύφος του ήταν αυστηρό, σχεδόν επιβλητικό και τα φορέματά του είχαν τη δύναμη να «εκφοβίζουν» διακριτικά, ειδικά όταν ήταν στο αξεπέραστο Valentino red. Το κόκκινο αυτό δεν έκλεβε τη λάμψη της γυναίκας· της την επέστρεφε, με αυτοπεποίθηση και ρομαντισμό.

Ανάμεσα στη Ρώμη και το Παρίσι
Ως γαλλοεκπαιδευμένος σχεδιαστής, ο Valentino γνώριζε άριστα τους κανόνες της haute couture. Το 1975 έγινε ένας από τους πρώτους Ιταλούς που κατάφεραν να καθιερωθούν στο Παρίσι ως «outsiders», παρουσιάζοντας μια συλλογή με πιο χαλαρές σιλουέτες και πολυεπίπεδα looks. Παρότι η βάση του παρέμενε στη Ρώμη, για τέσσερις δεκαετίες παρουσίαζε συλλογές στο Παρίσι και η ιταλική αισθητική του, σε συνδυασμό με τη γαλλική τεχνική ακρίβεια, τον καθόρισαν. Σε αντίθεση με πολλούς σύγχρονους σχεδιαστές, οι συλλογές του δεν άλλαζαν δραματικά από σεζόν σε σεζόν. Η συνέπεια, η δεξιοτεχνία και τα υψηλά πρότυπα ήταν η σταθερά του.

Το τέλος μιας εποχής και μια κληρονομιά που μένει
Το 1998, ο οίκος Valentino πουλήθηκε έναντι 300 εκατομμυρίων δολαρίων. Ο ίδιος παρέμεινε στη δημιουργική διεύθυνση μέχρι την αποχώρησή του το 2007, γνωρίζοντας πως χωρίς τη στήριξη ενός μεγάλου ομίλου, η επιβίωση ήταν αδύνατη.

Ο Valentino θα μείνει στην ιστορία ως ο ιταλός σχεδιαστής που τόλμησε και κατάφερε να σταθεί ισάξια απέναντι στην ελίτ της γαλλικής υψηλής ραπτικής. Το κόκκινο Valentino θα παραμείνει σύμβολο λάμψης, δύναμης και διαχρονικής κομψότητας, με μια δεξιοτεχνία που δεν αντιγράφεται.